Γ. Στουρνάρας: Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας σήμερα

Γ. Στουρνάρας: Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας σήμερα

322
Γ. Στουρνάρας: Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας σήμερα

Την Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019, στην Ναυτιλιακή Λέσχη Πειραιά πραγματοποιήθηκε ένα ακόμα από τα καθιερωμένα Γεύματα Εργασίας στα οποία και αναλύονται θέματα της επικαιρότητας, αυτή την φορά με επίτιμο καλεσμένο ομιλητή τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κύριο Γιάννη Στουρνάρα, με θέμα «Η Ελληνική Οικονομία και η Ελληνική Ναυτιλία»

Τα Μέλη είχαν την δυνατότητα να θέσουν ερωτήματα στον κ. Στουρνάρα προκαλώντας εποικοδομητικό διάλογο.

Α. Οι εξελίξεις και εν γένει προοπτικές στην πραγματική οικονομία

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρθηκε αρχικά στην πορεία της ελληνικής οικονομίας σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

«Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει, αν και με σχετικά συγκρατημένους ρυθμούς ανάπτυξης λόγω της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώνεται στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί εδώ και πολλά χρόνια, οι συνθήκες χρηματοδότησης και ρευστότητας των τραπεζών έχουν βελτιωθεί, οι τιμές των ακινήτων άρχισαν να αυξάνονται και οι αποδόσεις των ομολόγων αποκλιμακώθηκαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες, ιδίως μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου και τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου. Η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα έχει ενισχυθεί σημαντικά και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων καταργήθηκαν πλήρως από 1 Σεπτεμβρίου.

Η νέα κυβέρνηση είχε εξαγγείλει προεκλογικά και τώρα προχωρά στην εφαρμογή ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων και οικονομικών πολιτικών φιλικών στο επιχειρείν, με έμφαση στην προσέλκυση επενδύσεων, ιδίως ξένων άμεσων επενδύσεων, μέσω της βελτίωσης του επενδυτικού κλίματος, της επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, της επανεκκίνησης μεγάλων επενδυτικών έργων, τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) και της μείωσης της φορολογίας, με παράλληλη τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων. Οι βραχυχρόνιοι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας υποδηλώνουν σημαντική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση. Αυτό οφείλεται στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης καθώς η οικονομία ανακάμπτει από τη μακρά ύφεση, γεγονός που, σε μεγάλο βαθμό, αντισταθμίζει την αρνητική επίδραση της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας».

Β. Μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) και εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα

Αναφορικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) και τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι  τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) ανήλθαν σε περίπου 75 δισεκ. ευρώ στα μέσα του 2019, που αντιστοιχούν στο 43,6% του συνόλου των δανείων. Αν και η οικονομία επανήλθε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2017, ωστόσο, για να επιτευχθούν υψηλότεροι και διατηρήσιμοι ρυθμοί ανάπτυξης, χρειάζεται να αναθερμανθεί η πιστωτική επέκταση. Ο ίδιος σημείωσε ότι για να γίνει αυτό είναι απαραίτητη η απαλλαγή των ισολογισμών των τραπεζών από τα επισφαλή δάνεια, σε συνδυασμό με αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους. Ο υψηλός λόγος των ΜΕΔ των ελληνικών τραπεζών ήταν μια από τις πρώτες και πιο ορατές επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Την τελευταία τριετία και μέχρι τα μέσα του 2019, το απόθεμα των ΜΕΔ υποχώρησε ως απόλυτο μέγεθος σημαντικά κατά περίπου 30 δισεκ. ευρώ, ως επί το πλείστον μέσω διαγραφών και πωλήσεων δανείων.

1

Γ.Η σημασία της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία

Ενδιαφέρον παρουσίασαν και τα όσα δήλωσε ο κ. Στουρνάρας αναφορικά με τη συμβολή της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία αλλά και τις προκλήσεις που αυτή καλείται να αντιμετωπίσει. Χαρακτηριστικά:

«Η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία και οι συναφείς με αυτή δραστηριότητες αποτελούν κατ’ εξοχήν εξωστρεφή κλάδο. Συγκεκριμένα, η ελληνική ναυτιλία παραδοσιακά αποτελεί κυρίαρχη δύναμη στην ελληνική οικονομία, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις προκλήσεις τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Με βάση τα στοιχεία υποδείγματος της Τράπεζας της Ελλάδος, το δεύτερο τρίμηνο του 2019 πραγματοποιήθηκε από την Ελλάδα η εμπορική διαχείριση άνω των 3.000 πλοίων συνολικής χωρητικότητας 202,6 εκατ. τόνων (dwt). Η μέση σταθμισμένη ηλικία των πλοίων αυτών είναι σχεδόν 10 έτη. Το 20% των πλοίων αυτών φέρει την ελληνική σημαία και επιπλέον 25% άλλες σημαίες της ΕΕ. Την περίοδο από το 2015 μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του 2019, για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, καταγράφεται συνεχής άνοδος τόσο του αριθμού όσο και της χωρητικότητας των πλοίων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται από την Ελλάδα.

Οι ναυτιλιακές εισπράξεις ήταν και είναι απαραίτητες για την κάλυψη ενός μεγάλου μέρους των εξωτερικών χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών την περίοδο 2015-2018 ξεπέρασαν – κατά μέσο όρο – τα 12 δισεκ. ευρώ ετησίως (δηλ. περίπου 6,8% του ΑΕΠ), αντιπροσωπεύοντας το 37% των συνολικών εισπράξεων του ισοζυγίου υπηρεσιών. Την ίδια περίοδο οι καθαρές εισπράξεις (εισπράξεις µείον πληρωµές) ήταν – κατά μέσο όρο – περί τα 6 δισεκ. ευρώ ετησίως και κάλυψαν περίπου το 32% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.

Η ανοδική πορεία που κατέγραψαν οι εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές το 2017 και το 2018 συνεχίστηκε και το 2019. Ήδη, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2019, καταγράφεται αύξηση των εισπράξεων από θαλάσσιες μεταφορές της τάξεως του 7%.

Στη διάρκεια της κρίσης, σημαντική ήταν η στήριξη της ναυτιλιακής κοινότητας στην ελληνική οικονομία μέσω της οικειοθελούς συνεισφοράς. Το σχετικό συνυποσχετικό μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ναυτιλιακής κοινότητας, μετά από δύο ετήσιες παρατάσεις, διήρκησε τελικά πέντε έτη (2014-2018). Μετά το πέρας της ισχύος του, ένα νέο συνυποσχετικό συνομολογήθηκε το Φεβρουάριο του 2019, το οποίο προβλέπει την επ’ αόριστον οικειοθελή καταβολή από τη ναυτιλιακή κοινότητα ποσοστού 10% επί των εισαγόμενων στην Ελλάδα μερισμάτων. Το καταβαλλόμενο ποσό θα ανέρχεται κατ’ ελάχιστο σε 40 εκατ. ευρώ ανά έτος.

Η Ελληνόκτητη ναυτιλία και ο ευρύτερος ναυτιλιακός χώρος (maritime cluster) μπορούν να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στην προσπάθεια για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας στην αύξηση του ΑΕΠ τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (2013), η εγχώρια προστιθέμενη αξία (άμεση και έμμεση) του κλάδου των θαλάσσιων μεταφορών ανήλθε σε 13,3 δισεκ. ευρώ το 2009, ενώ παρείχε απασχόληση σε περισσότερα από 192 χιλιάδες άτομα. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην κάλυψη του επενδυτικού κενού της ελληνικής οικονομίας δύναται να έχουν οι φορείς των ναυτιλιακών επιχειρήσεων μέσω των επενδύσεών τους στην ελληνική οικονομία σε κλάδους σχετικούς με τη ναυτιλία (όπως για παράδειγμα τα ναυπηγεία) ή και εκτός αυτής. Η παραπάνω επενδυτική δραστηριότητα μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω, ιδίως μετά την πρόσφατη πλήρη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, και λαμβάνοντας υπόψη την χαμηλή απόδοση των επενδύσεων εν γένει στην παγκόσμια οικονομία.

Εν κατακλείδι, η προσέλκυση περισσοτέρων πλοίων για εμπορική διαχείριση στην Ελλάδα, καθώς και η επέκταση και διεύρυνση των παρεχομένων υπηρεσιών του ευρύτερου ναυτιλιακού χώρου (maritime cluster), συμπεριλαμβανομένων αυτών των ναυπηγείων, θα μπορούσαν να αυξήσουν τη συμβολή της ναυτιλίας στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και να ενισχύσουν την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας.

Αποτελεί μοναδικό επίτευγμα για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδος να είναι παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα της ναυτιλίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD), η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή της διεθνούς ναυτιλίας σε όρους χωρητικότητας (dwt), αν και μόνο το 20% περίπου του υπό ελληνική ιδιοκτησία ή/και διαχείριση στόλου φέρει την ελληνική σημαία. Η ελληνική ναυτιλία έχει μάθει να αντιμετωπίζει με επιτυχία τις όποιες προκλήσεις έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν. Σήμερα, καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά νέων προκλήσεων όπως είναι οι περιβαλλοντικοί κανόνες η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και εμπορικός προστατευτισμός, οι τεχνολογικές προκλήσεις και ασφάλεια και η χρηματοδότηση από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα.