Οι φιλυποψίες και οι υπονομεύσεις της (νέας) αξιωματικής αντιπολίτευσης

Οι φιλυποψίες και οι υπονομεύσεις της (νέας) αξιωματικής αντιπολίτευσης

1
Οι φιλυποψίες και οι υπονομεύσεις της (νέας) αξιωματικής αντιπολίτευσης

Οι πρόσφατες δηλώσεις του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ., Δρίτσα, μας εξέπληξαν για μια ακόμα φορά σχετικά με τις προθέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφορικά με τη ναυτιλία. Ο βουλευτής Πειραιά με τις απόψεις του όπως δημοσιεύτηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στάθηκε επικριτικός για την επανίδρυση του (παλιού)ΥΕΝ ενώ δεν δίστασε να θεωρήσει ότι το νέο Υπουργείο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εφοπλισμού και όχι του συνόλου της ελληνικής ναυτικής οικογένειας.

Προφανώς ο κ. Δρίτσας αρνείται να αντιληφθεί ορισμένα φλέγοντα θέματα που είναι πλέον χιλιοειπωμένα: η ενοποίηση του Λιμενικού Σώματος με το νέο ΥΕΝ ήταν ανάμεσα στις δεσμεύσεις του κ. Σαμαρά απέναντι στον κόσμο της ναυτιλίας. Επιπλέον η κίνηση αυτή δεν αποτελούσε μόνο επιθυμία του συνόλου της εφοπλιστικής οικογένειας αλλά και της ναυτεργασίας. Τόσο οι συχνές ανακοινώσεις της ΠΝΟ όσο και των άλλων ναυτεργατικών Σωματείων εξέφραζαν τις ίδιες ανάγκες και αμφισβητούσαν το διαχωρισμό, ειδικά όπως υιοθετήθηκε (από τη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ πλέον) κ. Λούκα Κατσέλη.

Είναι γεγονός ότι υπήρχε μια θορυβώδης μερίδα προσωπικοτήτων στον Πειραιά που υποστήριξαν την πλήρη αποστρατικοποίηση του ΥΕΝ. Οι προσωπικότητες αυτές προήλθαν κυρίως από την ακαδημαϊκό, τον δημοσιογραφικό και τον πολιτικό χώρο και πολύ λιγότερο από τον ναυτεργατικό ή τον εφοπλιστικό κόσμο. Τα αποτελέσματα όμως της αποστρατικοποίησης κρίνονται σήμερα όχι από τις προθέσεις της κυβέρνησης Παπανδρέου όσο κυρίως εκ του αποτελέσματος τους: Οι περισσότεροι κύκλοι στην Ακτή Μιαούλη υποστήριξαν ότι η αποστρατικοποίηση όχι μόνο δεν συμβάδιζε με τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις του ναυτιλιακού κόσμου όσο και ότι οργανώθηκε πλημμελώς, με βιασύνη, προχειρότητα και ατσαλοσύνη.

Σήμερα δεν γυρνάμε αρκετά βήματα πίσω στη ναυτιλιακή πολιτική της χώρας, όπως βιάστηκαν κάποιοι κύκλοι να δημοσιοποιήσουν στις προσωπικές τους ιστοσελίδες. Απλά επανερχόμαστε στην κατάσταση που επιθυμεί ο ναυτιλιακός κόσμος.

Οι δηλώσεις των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, και των φιλικά προσκείμενα σε αυτούς ιδεολογικούς χώρους, δείχνουν για μια ακόμα φορά τη δυσκολία διαλόγου και συνεύρεσης με το σύνολο των παικτών από το χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Εάν ο επιχειρηματίας και ο εργαζόμενός του επιθυμούν μια συγκεκριμένη πολιτική γιατί πάντα αυτή πρέπει να βαφτίζεται ως αναχρονιστική;

Είναι σαφές ότι η οικονομική παντοδυναμία ενός επιχειρηματικού κλάδου δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο τροχοπέδη σε οποιαδήποτε πολιτική πρωτοβουλία. Και είναι σαφές ότι ακόμα και αν ο εφοπλισμός μεγαλουργεί διεθνώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθορίζει τη ναυτιλιακή πολιτική της χώρας. Είναι όμως απολύτως αναγκαίο η ηγεσία όχι μόνο του Υπουργείου Ναυτιλίας, αλλά και ή ίδια η κυβέρνηση να κατανοεί τις ανάγκες του επιχειρηματικού κόσμου και να μην στρουθοκαμηλίζει από στενόμυαλη ιδεολογική μυωπία απέναντι στις επιθυμίες και δυσκολίες του επιχειρηματία και επενδυτή. Χωρίς ελληνικά πλοία δεν θα υπήρχαμε όλοι εμείς στον Πειραιά. Όπως χωρίς ξενοδοχεία δεν θα υπήρχε ποιοτικός τουρισμός στη χώρα. Και χωρίς ΜΜΕ δεν θα υπήρχε ενημέρωση. Προστατέψτε λοιπόν τον επιχειρηματία και τον επενδυτή και μην τους κυνηγάτε με παλαιοκομματικό φαρισαϊσμό….

Το να ακούς λοιπόν ως πολιτικός τις ανάγκες ενός επιχειρηματία που αυτή τη στιγμή προσφέρει εργασία σε τόσα ελληνικά στόματα κ. βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μεμπτό. Αντιθέτως μια τέτοια κίνηση αποτελεί, ειδικά σήμερα που δεν υπάρχουν δουλειές, κορυφαία και επιτακτική ανάγκη. Σταματήστε να συμπεριφέρεστε στο «επιχειρείν» με καχυποψία και υπερασπιστείτε και τον ιδιωτικό υπάλληλο με την ίδια θαλπωρή που επιδεικνύετε στον δημόσιο κλάδο. Όλοι τον ίδιο αέρα αναπνέουμε.