Επί των επάλξεων»: Η συσπείρωση της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας ενόψει του ελληνο-ιταλικού...

Επί των επάλξεων»: Η συσπείρωση της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας ενόψει του ελληνο-ιταλικού πολέμου

131
Επί των επάλξεων»: Η συσπείρωση της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας ενόψει του ελληνο-ιταλικού πολέμου

Η έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 εορτάζεται κάθε χρονιά στη χώρα μας ως «Ημέρα του Όχι» και αποτελεί σύμβολο της αντίστασης του ελληνικού λαού απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα.

Η είσοδος της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε ένα γεγονός που συντάραξε την ελληνική κοινωνία, η οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις οδυνηρές συνέπειες ενός πολέμου εναντίον ενός φαινομενικά ισχυρότερου αντιπάλου, προς υπεράσπιση της εδαφικής της ακεραιότητας. Όπως είναι λογικό, ο ελληνικός Τύπος της εποχής ανέλαβε με τον δικό του τρόπο να τονώσει το πατριωτικό αίσθημα της ευρύτερης κοινωνίας ενόψει της δύσκολης συνέχειας.

Ενδεικτικό των ιδιαίτερα δύσκολων στιγμών που προκάλεσε το ξέσπασμα του πολέμου είναι το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε ποτέ το τεύχος της 1ης Νοεμβρίου 1940 των Ναυτικών Χρονικών. Ωστόσο, σε μια προσπάθεια συσπείρωσης της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας, εκδόθηκε το τεύχος της 15ης Νοεμβρίου 1940, του οποίου η ανάγνωση αναμεταδίδει με εξαιρετική ακρίβεια το κλίμα των ημερών.

Θέλοντας να δώσουν έναν τόνο συσπείρωσης από την πρώτη σελίδα, τα Ναυτικά Χρονικά είχαν ως κεντρικό άρθρο ένα κείμενο του Γεωργίου Χρ. Λαιμού με τίτλο «Επί των Επάλξεων». Ο Γιώργης Χρ. Λαιμός υπήρξε Οινουσσιώτης πλοιοκτήτης και τακτικός αρθρογράφος του περιοδικού στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο οποίος, λίγο πριν από τον πόλεμο και σε συνεργασία με εκπροσώπους από άλλες οινουσσιώτικες οικογένειες, είχε ιδρύσει στο Λονδίνο τη Lemos & Pateras.

Μέσα από το κείμενο του Γιώργη Χρ. Λαιμού εκφράζεται η θέση της ελληνικής ναυτιλίας ενώπιον της εθνικής μάχης. Ο αρθρογράφος επιλέγει να παρομοιάσει τους σύγχρονούς του Έλληνες στρατιώτες με τους πολεμιστές του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Θερμοπυλών, θέλοντας να τονίσει αφενός τον ηρωισμό των αμυνομένων αλλά και την υπέρτερη ισχύ της επιτιθέμενης Ιταλίας. Οι ενδοκειμενικές του αναφορές, μάλιστα, στον δικτάτορα της γειτονικής χώρας ομοιάζουν με τις δημοφιλείς γελοιογραφίες που δημοσιεύονταν στον Τύπο της περιόδου: «Ο Μπενίτο Μουσσολίνι, ο αχύρινος ούτος Καίσαρ», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ο Γεώργιος Χρ. Λαιμός, θέλοντας να αναδείξει τη σημασία που θα είχε το εμπορικό ναυτικό της χώρας στις επικείμενες εχθροπραξίες, αναφέρει την ισχυρότατη συμβολή του εμπορικού στόλου των Ελλήνων κατά την Επανάσταση του 1821, επισημαίνοντας μάλιστα στο κείμενό του ότι ήδη από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1939) το ελληνικό εμπορικό ναυτικό συνεισέφερε στις ανάγκες της χώρας μέσω επιτάξεων πλοίων για τον ανεφοδιασμό της Ελλάδας, μέσω της φορολογίας επί των έκτακτων κερδών αλλά και με το συνάλλαγμα που προέκυψε από τα έκτακτα πολεμικά επιδόματα προς τους ναυτικούς.

Σημειώνεται επίσης ότι ήδη η «Ένωσις των Εφοπλιστών», όπως αναφερόταν εκείνη την περίοδο το συλλογικό όργανο του ελληνικού εφοπλισμού, διενήργησε μεταξύ των μελών της έρανο, ενώ τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων συνεισέφεραν επίσης μέσω των μισθών τους αλλά και της πειθαρχίας τους.

Συνολικά, ο Γεώργιος Χρ. Λαιμός εκφράζει τη θέση της ελληνικής ναυτιλίας μπροστά στην εθνική μάχη: «Και τι άλλο μας μένει να θέλωμεν όταν η Ελλάς ευρίσκεται επί των επάλξεων; Εάν πέση εκείνη, τι θα μείνη όρθιον από ό,τι προσφιλές έχομεν; Η ελευθερία μας; Η τιμή ημών και των οικογενειών μας; Αι περιουσίαι μας; Τα επαγγέλματά μας; Η εμποροναυτιλιακή μας επίδοσις;».

Όπως είναι λογικό, το υπόλοιπο τεύχος των Ναυτικών Χρονικών ήταν αφιερωμένο στην πολεμική επικαιρότητα, καθώς στις επόμενες σελίδες πραγματοποιήθηκε ονομαστική αναφορά στις πρώτες εισφορές «υπέρ του εθνικού αγώνος» από ναυτιλιακές εταιρείες αλλά και στις εισφορές από την πλευρά των πληρωμάτων.

Στη στήλη «Ο κατά θάλασσαν πόλεμος», η οποία είχε εγκαινιαστεί λίγους μήνες πριν και παρακολουθούσε τα πολεμικά δεδομένα στις θάλασσες και στους ωκεανούς της γης, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά στον «υποβρυχιακό πόλεμο» και στις απώλειες που προκαλούσαν τα γερμανικά υποβρύχια στον συμμαχικό στόλο. Οι συγκεκριμένες πολεμικές ενέργειες της ναζιστικής Γερμανίας ήταν κατά κύριο λόγο επικεντρωμένες στις συμμαχικές νηοπομπές, οι οποίες μετέφεραν εφόδια από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τη Μεγάλη Βρετανία.

Στο πρώτο τεύχος των Ναυτικών Χρονικών μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτυπώνεται πλήρως το αίσθημα καθήκοντος που συνεπήρε την ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα μπροστά στον κίνδυνο του πολέμου.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ελληνικός εμπορικός στόλος είχε δυσθεώρητα υψηλές απώλειες τόσο σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε «πλωτό υλικό». Τα ελληνικά πλοία και πληρώματα έδωσαν τη δική τους μάχη κυρίως στο μέτωπο του Ατλαντικού, συμβάλλοντας με τη θυσία τους στη διατήρηση μιας ζωντανής θαλάσσιας αλυσίδας εφοδιασμού των συμμαχικών δυνάμεων με πολύτιμα εφόδια στη μάχη κατά των δυνάμεων του Άξονα.

Μπορείτε να διαβάσετε το τεύχος της 15ης Νοεμβρίου 1940 των Ναυτικών Χρονικών εδώ.

Η ψηφιοποίηση του αρχείου των τευχών από το 1931 έως το 1983 είναι μια ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Ευγενίδου, στη μνήμη της Μαριάνθης Σίμου.

Ακολουθήστε τα Ναυτικά Χρονικά στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την ελληνική Nαυτιλία, τις Μεταφορές και το Διεθνές Εμπόριο.