Ματιά στις διεθνείς αγορές

Ματιά στις διεθνείς αγορές

92
Ματιά στις διεθνείς αγορές

Το δεύτερο τρίμηνο του 2018 έκλεισε την Παρασκευή 29 Ιουνίου με υποτονικούς ρυθμούς για τις παγκόσμιες αγορές.

Το διεθνές εμπόριο εξακολουθεί να «πονοκεφαλιάζει» την  πλειοψηφία των επενδυτών παγκοσμίως και κατά την έναρξη του τρίτου τριμήνου του έτους. Συγκεκριμένα» o Ντόναλντ Τραμπ στο τελευταίο του «χτύπημα απείλησε ευθέως ότι θα επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές αυτοκινήτων από την ΕΕ. Οι χώρες της ΕΕ ωστόσο δεν φαίνεται να κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια και προανήγγειλαν ότι θα προβούν σε δασμούς εισαγωγών αμερικανικών προϊόντων αξίας $300 δις, εάν ο Αμερικανός Πρόεδρος κάνει πράξη τα όσα διαμηνύει. Η  Κίνα από την άλλη πλευρά ετοιμάζεται να επιβάλλει και αυτή δασμούς της τάξης του 25% στις εισαγωγές αυτοκινήτων από τις ΗΠΑ. Εάν ο εμπορικός πόλεμος συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς η Fed θα κληθεί να επανεξετάσει τις αυξήσεις των επιτοκίων στις οποίες αναμένεται να προβεί όπως είχε προαναγγείλει πριν λίγες εβδομάδες.

Οι τεταμένες εμπορικές σχέσεις μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου έχουν υψώσει πυκνά σύννεφα πάνω από τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Πιο συγκεκριμένα η γερμανική Daimler, ανέφερε ότι τα κέρδη της αναμένεται να συρρικνωθούν το προσεχές διάστημα λόγω των εμπορικών κυρώσεων σε διεθνές επίπεδο.

Παράλληλα είναι δεδομένο ότι οι παγκόσμιες αγορές θα γνωρίσουν μια μεγαλύτερη μεταβλητότητα απ’ ότι συνήθως αφού οδεύουμε ολοταχώς προς την καρδιά του καλοκαιριού.  Καθώς η δημοσιοποίηση των εταιρικών οικονομικών αποτελεσμάτων των ισχυρότερων εισηγμένων παγκοσμίως για το δεύτερο τρίμηνο του 2018 αναμένεται με μεγάλη προσμονή, η προσοχή του επενδυτικού κοινού στρέφεται προς τις λεγόμενες  FAANG μετοχές (Facebook, Amazon, Apple, Netflix, Google). Είναι χαρακτηριστικό ότι η κεφαλαιοποίηση των μετοχών των πέντε αυτών εταιρειών ξεπερνά σήμερα σε αξία την κεφαλαιοποίηση του κύριου χρηματιστηριακού δείκτη του Ηνωμένου Βασιλείου, FTSE 100.

Στο πολιτικό μέτωπο, η συμφωνία των χωρών της ΕΕ για το μεταναστευτικό φαίνεται πως δημιούργησε κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του συνασπισμού της Angela Merkel, με τον μέλλον της γερμανικής κυβέρνησης να τίθεται για ακόμη μία φορά εν αμφιβάλλω.