Oι γεωπολιτικές αλλαγές στην Αφρική, ανάσα σωτηρίας για τη διεθνή ναυτιλία

Oι γεωπολιτικές αλλαγές στην Αφρική, ανάσα σωτηρίας για τη διεθνή ναυτιλία

667
Oι γεωπολιτικές αλλαγές στην Αφρική, ανάσα σωτηρίας για τη διεθνή ναυτιλία

Με αργά βήματα προχωρούν οι διαδικασίες της περιφερειακής και οικονομικής ολοκλήρωσης της Κοινότητας των Κρατών της Ανατολικής Αφρικής (EAC), ένα μεγαλόπνοο σχέδιο ενσωμάτωσης έξι κρατών σε μία (συν)ομοσπονδία. Πρόκειται για μια ιδέα που προτάθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960, μετά την ανεξαρτητοποίηση των κρατών, αλλά ήρθε και πάλι στο προσκήνιο μετά το 2000.

Η Ομοσπονδία Ανατολικής Αφρικής (EAF) αποτελεί μια πολιτική ένωση των εθνών του Μπουρούντι, της Κένυας, της Ρουάντα, του Νότιου Σουδάν, της Τανζανίας και της Ουγκάντας, με στόχο την ίδρυση ενός ομοσπονδιακού ή συνομοσπονδιακού κράτους με μια κεντρική κυβέρνηση που θα εδρεύει στην πόλη Αρούσα της Τανζανίας, η οποία έχει το προσωνύμιο «Γενεύη της Ανατολικής Αφρικής», καθώς εκεί εδρεύει ήδη η EAC. Τον Σεπτέμβριο του 2018 συγκροτήθηκε μια επιτροπή για τη σύνταξη του συντάγματος, με στόχο αυτό να ολοκληρωθεί έως το 2021 και η ομοσπονδία να αποτελεί γεγονός το 2023.

Εφόσον υλοποιηθούν τα σχέδια, η ΕAF θα είναι η μεγαλύτερη σε έκταση «κράτος» στην Αφρική και το δέκατο μεγαλύτερο στον κόσμο. Με πληθυσμό σχεδόν 179.000.000 κατοίκους, θα είναι επίσης το δεύτερο πολυπληθέστερο στην Αφρική (μετά τη Νιγηρία) και όγδοο στον κόσμο, ενώ ο πληθυσμός του θα ήταν μεγαλύτερος από εκείνον της Ρωσίας, της Ιαπωνίας και του Μεξικού.

Γεωγραφικά, η ομοσπονδία ωφελείται από τον Ινδικό Ωκεανό στα ανατολικά και τις λίμνες και το ορεινό ανάγλυφο στα δυτικά, παρέχοντας σχετική προστασία από την αστάθεια των δυτικών γειτόνων. Επιπλέον, η προτεινόμενη ομοσπονδία θα έχει μία από τις μεγαλύτερες ακτές στον Ινδικό Ωκεανό, ενώ το λιμάνι της Μομπάσα θα μπορούσε να γίνει η πύλη προς την αφρικανική ήπειρο για το εμπόριο εξ ανατολών, καθιστώντας το πηγή τεράστιας οικονομικής ανάπτυξης όσο αναπτύσσεται αντίστοιχα ολόκληρη η αφρικανική ήπειρος.

Το συνδυασμένο ΑΕΠ της EAC ανέρχεται σε 216 δισ. δολάρια, σχεδόν ισοδύναμο με αυτό της Ελλάδας, ενώ αποτελείται από δύο οικονομίες μεσαίου εισοδήματος, της Κένυας και της Τανζανίας, και τέσσερις χώρες χαμηλού εισοδήματος, το Μπουρούντι, τη Ρουάντα, το Νότιο Σουδάν και την Ουγκάντα. Το αίτημα για τη δημιουργία της EAC ήταν η συνειδητοποίηση των κρατών-μελών ότι από μόνα τους ήταν απλά πολύ μικρά για να ευημερήσουν.

Ωστόσο, τα σχέδια είναι πολύ πίσω από τις αρχικές προσδοκίες. Όταν για πρώτη φορά αναβίωσε η ιδέα, υπήρχε η ελπίδα ότι η πλήρης πολιτική ένωση θα μπορούσε να επιτευχθεί έως το 2015. Επίσης, υπήρχε η ελπίδα ότι η νομισματική ένωση θα ολοκληρωνόταν το 2012, αλλά τα τελευταία σχέδια για εφαρμογή της νομισματικής ολοκλήρωσης έως το 2024 κατέρρευσαν πρόσφατα. Ομοίως, η προσχώρηση του Νοτίου Σουδάν στην EAC το 2016 δημιούργησε περαιτέρω καθυστερήσεις για την ένταξη της νέας περιοχής. Επιπλέον, η έλλειψη πολιτικών καλής θέλησης και οι κακές οικονομικές πολιτικές των κρατών-μελών έχουν παρεμποδίσει σε μεγάλο βαθμό την ολοκλήρωση έως τώρα. Τέλος, η δημόσια υποστήριξη έχει αναδειχθεί ως ένα άλλο βασικό ζήτημα, καθώς η λαϊκή υποστήριξη είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της επιτυχίας του έργου, αλλά μέχρι στιγμής το ευρύ κοινό στα κράτη-μέλη εμφανίζεται διχασμένο για το εγχείρημα, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος. Η Συνθήκη για την ίδρυση της Κοινότητας της Ανατολικής Αφρικής καθορίζει τέσσερα ορόσημα στην πορεία προς την πολιτική ένωση: την τελωνειακή ένωση, την κοινή αγορά, τη νομισματική ένωση και, τέλος, την πολιτική ένωση. Η τελωνειακή ένωση επιτεύχθηκε το 2005, διασφαλίζοντας μηδενικούς δασμούς μεταξύ των μελών, καθώς και έναν κοινό εξωτερικό δασμό για το εμπόριο με χώρες εκτός του μπλοκ.

Το επόμενο στάδιο, η κοινή αγορά, επιτεύχθηκε μόνο πέντε χρόνια αργότερα, και διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων μεταξύ των κρατών-μελών, καθώς και την παροχή του δικαιώματος διαμονής και εγκατάστασης. Αυτό επιτρέπει στους πολίτες όλων των κρατών-μελών να μεταναστεύσουν, να ιδρύουν επιχειρήσεις και να εγκατασταθούν σε όλα τα κράτη-μέλη του μπλοκ.

Η ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος συναντά παρόμοιες δυσκολίες όπως τα αντίστοιχα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς στα θέματα της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης έγκεινται ζητήματα κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή των κρατών της Ανατολικής Αφρικής δύναται να αποτελέσει ένα σημάδι ανέλιξης της αφρικανικής ηπείρου στο «τραπέζι των μεγάλων δυνάμεων».