Η ναυτιλιακή βιομηχανία μετά την 1/1/2020

Η ναυτιλιακή βιομηχανία μετά την 1/1/2020

419
Η ναυτιλιακή βιομηχανία μετά την 1/1/2020

Ο αντίκτυπος των περιβαλλοντικών κανονισμών στη διαχείριση των πλοίων, οι τελευταίες εξελίξεις και οι ρεαλιστικές επιλογές για την απεξάρτηση της ναυτιλίας από τον άνθρακα, καθώς και οι μηχανισμοί άντλησης κεφαλαίων της ναυτιλιακής βιομηχανίας από τις τράπεζες, βρέθηκαν στο επίκεντρο του 11ου Annual Capital Link Greek Shipping Forum, το οποίο έλαβε χώρα στο Hilton Athens την Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου πραγματοποιήθηκαν οκτώ θεματικά πάνελ, καθώς και πληθώρα παρουσιάσεων, όπου συμμετείχαν πλοιοκτήτες, εκπρόσωποι ναυτιλιακών εταιρειών, θεσμικών ενώσεων και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και στα οποία συζητήθηκαν οι νέες προκλήσεις και ευκαιρίες που παρουσιάζονται για τη διεθνή ναυτιλιακή βιομηχανία στο εγγύς μέλλον.

Ναυτιλιακά καύσιμα και scrubbers

Κατά το πρώτο πάνελ του συνεδρίου, με θέμα «ΙΜΟ 2020 – Reality Hit – And now what?», το οποίο συντόνισε ο κ. Σταμάτης Φραδέλος, Business Development Manager του DNV GL, οι ομιλητές εστιάστηκαν στις πρόσφατες εμπειρίες τους από την εφαρμογή του IMO Sulphur Cap, τόσο ως προς τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των διαθέσιμων καυσίμων όσο και ως προς τη λειτουργικότητα των scrubbers.

Ο κ. Γεώργιος Σαρόγλου, COO της Tsakos Energy Navigation, εστιάστηκε στην εφαρμογή του IMO Sulphur Cap η οποία, όπως δήλωσε, κύλησε ομαλά, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις και κυρίως χωρίς σημαντικά ζητήματα στη διαθεσιμότητα καυσίμων χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο. Ο κ. Σαρόγλου, ο οποίος εκπροσωπεί μια εταιρεία ιδιαίτερα διστακτική ως προς τα scrubbers, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις προκλήσεις που προκύπτουν από τη μείξη καυσίμων, οι οποίες αφορούν κυρίως τη δημιουργία επικίνδυνων σωματιδίων (particles), επισημαίνοντας μάλιστα πως είναι απαραίτητη η συχνή δειγματοληψία των καυσίμων για την ασφάλεια του πλοίου.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κ. Sorheim Anders, εκπρόσωπος της Yara Marine Technologies, ο οποίος δήλωσε πως η καθημερινότητα στη ναυτιλιακή βιομηχανία δεν έχει αλλάξει σημαντικά μετά την 1/1/2020.

Η κ. Claire Wright, Business Economics Manager της Shell International Trading & Shipping Company, επιβεβαίωσε με τη σειρά της τα λεγόμενα του κ. Σαρόγλου, ενώ τόνισε πως στη Shell υπήρξε εντατική προετοιμασία για την ομαλή μετάβαση στα νέα καύσιμα, ενώ δεν παρέλειψε να αναφέρει πως οι ναυτιλιακές εταιρείες απαιτούν πλέον μεγαλύτερη ευελιξία και καλύτερο συντονισμό των logistics από τις πετρελαϊκές εταιρείες. Για την επόμενη ημέρα, η κ. Wright επεσήμανε πως απαιτούνται συμμαχίες και συνεργασίες ανάμεσα στις πετρελαϊκές εταιρείες αλλά και στους νομοθέτες, έτσι ώστε να προετοιμαστεί, όσο το δυνατόν καλύτερα, η μετάβαση σε μια zero-emissions βιομηχανία.

Ο κ. Hamish Norton, President της Star Bulk Carriers, φάνηκε επίσης ικανοποιημένος από τη διαθεσιμότητα heavy fuel oil, παρά τις αρχικές εκτιμήσεις και αμφιβολίες, ενώ επεσήμανε πως το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει στην αγορά του bunkering είναι πως οι προμηθευτές των ναυτιλιακών καυσίμων χρειάζονται σήμερα έγκαιρη σχετική ειδοποίηση για την ποσότητα καυσίμου και το λιμάνι φόρτωσης, σε αντίθεση με το παρελθόν, που το bunkering ήταν πιο ευέλικτο. Επιπλέον, ο κ. Norton εξέφρασε την πεποίθησή του πως τα καύσιμα υψηλής περιεκτικότητας σε θείο θα είναι διαθέσιμα για όσο καιρό υπάρχει σχετική ζήτηση, καθώς δεν βγάζει νόημα για τα διυλιστήρια να σταματήσουν να παράγουν heavy fuel oil από οικονομικής άποψης. Σημειώνεται πως η Star Bulk Carriers έχει επιλέξει την τοποθέτηση scrubbers σε όλο τον στόλο της, διαδικασία η οποία έχει καθυστερήσει λόγω του κορονοϊού και η οποία αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2020. Ως προς τη λειτουργία των scrubbers, ο πρόεδρος της Star Bulk Carriers δήλωσε ιδιαίτερα ικανοποιημένος, ενώ επεσήμανε πως δεν έχουν μέχρι στιγμής υπάρξει ζητήματα κατά τις επιθεωρήσεις των Port State Control, ενώ τόνισε πως για την ορθή χρήση των scrubbers απαιτήθηκε εντατική εκπαίδευση των πληρωμάτων, ιδιαίτερα ως προς τους αισθητήρες των συστημάτων.

Ο κ. Ηρακλής Προκοπάκης, COO της Danaos Corporation, επιβεβαίωσε με τη σειρά του πως η μετάβαση από την 1/1/2020 ήταν ιδιαίτερα ομαλή, ενώ και τα δύο είδη καυσίμων είναι σήμερα ευρέως διαθέσιμα στα περισσότερα λιμάνια του κόσμου. Ο κ. Προκοπάκης δεν παρέλειψε να αναφέρει πως έχει μέχρι σήμερα αντιμετωπίσει δύο περιστατικά έλλειψης καυσίμων σε λιμάνια: την πρώτη φορά η έλλειψη αφορούσε heavy fuel oil, ενώ τη δεύτερη low sulphur fuel oil. Σε σχετική ερώτηση που του απευθύνθηκε για το ναυτιλιακό καύσιμο του μέλλοντος, ο COO της Danaos Corporation ανέφερε πως είναι πολύ νωρίς ακόμη για προβλέψεις, ενώ επεσήμανε πως το LNG θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προσωρινή λύση προς το 2050, με προϋπόθεση όμως την υλοποίηση σημαντικών επενδύσεων στο δίκτυο διανομής.

IMG_8387

Η απεξάρτηση από τον άνθρακα

Το πάνελ που ακολούθησε, με θέμα τις τεχνολογίες και τα καύσιμα που θα οδηγήσουν στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου από τη ναυτιλιακή βιομηχανία, συντόνισε ο κ. Γεώργιος Παλαιοκρασσάς, Partner της Watson Farley & Williams. Στη διάρκεια της συζήτησης, οι ομιλητές εστιάστηκαν στις στρατηγικές και στις εναλλακτικές επιλογές που μπορεί να υιοθετήσει η ναυτιλιακή βιομηχανία για την απεξάρτησή της από τον άνθρακα.

Ο κ. Γιώργος Πλευράκης, Director, Global Sustainability Centre του ABS, τόνισε την ανάγκη να ενώσουν τις δυνάμεις τους όλοι οι εταίροι της ναυτιλίας, ενώ επεσήμανε πως δεν έχουν όλες οι τεχνολογίες την ίδια ωριμότητα και κυρίως τη δυνατότητα να καταστούν εμπορικά και επιχειρησιακά βιώσιμες. Χαρακτηριστικά, ο κ. Πλευράκης ανέφερε πως τα ναυτιλιακά καύσιμα πρέπει να είναι ασφαλή και πρακτικά ‒ προσόντα που δεν έχουν όλα τα εναλλακτικά καύσιμα που βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων σήμερα.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρέθηκε και ο κ. Ιάσονας Στεφανάτος, Business Development Manager του DNV GL, ο οποίος μάλιστα ισχυρίστηκε πως ο δρόμος για το 2050 δεν θα περιλαμβάνει ένα αλλά περισσότερα είδη καυσίμων, τα οποία θα απευθύνονται σε διαφορετικούς τύπους και μεγέθη πλοίων. Ο κ. Στεφανάτος αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στο παράδειγμα των μπαταριών, επισημαίνοντας πως είναι εφικτή η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για την πρόωση ενός containership, αρκεί το 80% του φορτίου του πλοίου να αντικατασταθεί με μπαταρίες.

Ο κ. Ανδρεάς Χατζηπέτρου εστιάστηκε, με τη σειρά του, στην αβεβαιότητα που επικρατεί στη ναυτιλιακή βιομηχανία ως προς την επιλογή του κατάλληλου ναυτιλιακού καυσίμου για το μέλλον, ενώ εξέφρασε την άποψη ότι ο κλάδος θα διαδραματίσει κυρίαρχο ρόλο στην εξεύρεση μιας λύσης. Ο κ. Χατζηπέτρου δεν παρέλειψε, μάλιστα, να τονίσει πως η ναυτιλία συνεχώς εξελίσσεται και πως σήμερα είναι πιο διαφανής και ψηφιοποιημένη από ποτέ.

Η κ. Προκοπίου, από την πλευρά της, εξέφρασε τις αμφιβολίες της για τη βιωσιμότητα μεγάλου μέρους των εναλλακτικών καυσίμων που προτείνονται ως λύσεις, τονίζοντας πως πολλά από αυτά τα καύσιμα δεν είναι φιλικά προς το περιβάλλον ή δεν μπορούν να καταστούν εμπορικά βιώσιμα. Επιπλέον, η κ. Προκοπίου επεσήμανε πως δεν είναι ευθύνη των ναυτιλιακών εταιρειών να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο επιθυμητό και το εφικτό, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο LNG, το οποίο σήμερα δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο το 2% της πραγματικής ζήτησης για ναυτιλιακά καύσιμα.

Ο κ. Μιχάλης Πανταζόπουλος, Managing Director της Liberian Registry, τόνισε πως για την πλήρη απεξάρτηση της ναυτιλιακής βιομηχανία από τον άνθρακα απαιτούνται επενδύσεις σε R&D ύψους 1 δισ. δολαρίων, ενώ ο κ. Jeffrey D. Pribor, CFO της International Seaways, επεσήμανε πως όλες οι ναυτιλιακές εταιρείες θα είναι εφεξής ιδιαίτερα επιφυλακτικές στην επένδυση σε νέες τεχνολογίες, καθώς το μέλλον εξακολουθεί να είναι αβέβαιο.

Φωτό: Ναυτικά Χρονικά