Η δεινή οικονομική της κατάσταση οδηγεί την PDVSA σε νέες διεξόδους

Η δεινή οικονομική της κατάσταση οδηγεί την PDVSA σε νέες διεξόδους

148
Η δεινή οικονομική της κατάσταση οδηγεί την PDVSA σε νέες διεξόδους

Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η PDVSA, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας, είναι γνωστά με την εταιρεία να έχει βρεθεί σε δεινή θέση αναφορικά με την αποπληρωμή των οφειλών της.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε πτώση των εξαγωγών πετρελαίου της, ενώ την ίδια ώρα εταιρείες όπως ο ενεργειακός όμιλος ConocoPhillips, με έδρα στο Τέξας προχωράνε σε κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτει η PDVSA στην Καραϊβική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η PDVSA να μην έχει πρόσβαση σε διυλιστήριά της, ενώ συγχρόνως οι ενέργειες της Conoco έχουν αναγκάσει την πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας να σταματήσει τις εξαγωγές πετρελαίου στα δικά της πλοία σε τερματικούς σταθμούς της Καραϊβικής αλλά και σε διυλιστήρια παγκοσμίως, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να κατασχεθούν τα συγκεκριμένα φορτία.

Η PDVSA ωστόσο, προκειμένου να αποφύγει την περαιτέρω κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων, έχει προβεί στις εξαγωγές πετρελαίου μέσω μεταφοράς του από πλοίο σε πλοίο εντός της θάλασσας (ship-to-ship). Συγκεκριμένα η PDVSA έχει ζητήσει από τους πελάτες της να ναυλώνουν πλοία σε θάλασσες της Βραζιλίας και να φορτώνουν πετρέλαιο από τους τερματικούς σταθμούς της εταιρείας ή από πλοία της PDVSA που είναι αγκυροβολημένα και λειτουργούν ως πλωτές μονάδες αποθήκευσης πετρελαίου.

Την ίδια ώρα η PDVSA έχει βρει και έναν άλλον τρόπο προκειμένου να αποφύγει και άλλες κατασχέσεις από την Conoco. Η εταιρεία έχει ξεκινήσει να χρησιμοποιεί τον τερματικό σταθμό στο λιμένα του Matanzas στην Κούβα προκειμένου να εξάγει καύσιμα. Η PDVSA και η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Κούβας, Cupet χρησιμοποιούσαν στον παρελθόν τον τερματικό σταθμό Matanzas για να αποθηκεύσουν αργό πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα.
Παρά τις όποιες προσπάθειες ωστόσο κάνει η PDVSA για να αυξήσει την εξαγωγική της δραστηριότητα εκτιμάται ότι ανταποκρίνεται στο 60% περίπου των εμπορικών της συμφωνιών.