Λιβύη: πολεμική οικονομία, μαύρος χρυσός και «φιλί ζωής» από τους Κινέζους

Λιβύη: πολεμική οικονομία, μαύρος χρυσός και «φιλί ζωής» από τους Κινέζους

122
Λιβύη: πολεμική οικονομία, μαύρος χρυσός και «φιλί ζωής» από τους Κινέζους

Του Γιάννη Θεοδωρόπουλου

Η Τρίπολη, αν και οικονομικά εξαθλιωμένη από τις πολυετείς διαμάχες, αποτελεί το πιο σημαντικό λιμάνι της Λιβύης, καθώς διαχειρίζεται τον μεγαλύτερο όγκο των εισαγωγών, που σχετίζεται κυρίως με τη βιομηχανία του μαύρου χρυσού, ενώ και το λιμάνι της επίσημης «καταταλαιπωρημένης» Βεγγάζης διαχειρίζεται ένα πολύ σημαντικό μέρος του διαθαλάσσιου εμπορίου της χώρας.

O αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Λιβύης, Ahmed M’etig, δήλωσε τη Δευτέρα 16 Απριλίου ότι η Λιβύη προτίθεται να συμμετάσχει στο φιλόδοξο σχέδιο της Κίνας «One Belt One Road Initiative», που στοχεύει στη δημιουργία εμπορικών δικτύων και υποδομών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη και την Αφρική κατά μήκος των εμπορικών οδών του αρχαίου δρόμου του μεταξιού. Σκοπός της κυβέρνησης της Λιβύης, μέσω της συγκεκριμένης απόφασης, είναι η ανασυγκρότηση και η ανάπτυξη της πληγωμένης εθνικής της οικονομίας με τη συμμετοχή της στην πρωτοβουλία της Κίνας.

Πράγματι, την Τετάρτη 11 Ιουλίου υπεγράφη στο Πεκίνο μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης, Mohamed Sayala, και του Κινέζου ομολόγου του, Wang Yi, σύμφωνα με το οποίο η Λιβύη αποκτά ενεργό συμμετοχή στον κινεζικό νέο «Δρόμο του Μεταξιού».

Μπορεί ωστόσο η χώρα της βόρειας Αφρικής να ανταποκριθεί στο εγχείρημα; Με αφορμή λοιπόν τη συμμετοχή της Λιβύης στο «One Belt One Road Initiative», τα Ναυτικά Χρονικά προσπάθησαν να εισέλθουν στα άδυτα της χώρας και να ερευνήσουν το τι μέλλει γενέσθαι στη χώρα όπου μεσουρανούσε για 42 χρόνια ο συνταγματάρχης Μουαμάρ αλ-Καντάφι μέχρι και πριν από την Αραβική Άνοιξη, που εκδηλώθηκε τον Δεκέμβριο του 2010.

Είναι αλήθεια ότι η Λιβύη, παρά τη φαινομενική ανάκαμψη της οικονομίας της τα τελευταία χρόνια, υποφέρει από μια «πολεμική οικονομία», η οποία συνδέεται με οικονομικές δραστηριότητες εξαρτημένες άμεσα ή έμμεσα τόσο με την απαλλαγή όσο και με τη διαιώνιση της βίας και της παραοικονομίας. Συγκεκριμένα, στην «ιδιαίτερη» αυτή παραοικονομία συμμετέχουν ιδιώτες, ομάδες και κοινότητες, οι οποίες εξακολουθούν να αγωνίζονται για τον έλεγχο των διαδρομών λαθρεμπορίου, των εγκαταστάσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, των υποδομών μεταφοράς και των βασικών κόμβων εισαγωγών και εξαγωγών της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, την Πέμπτη 14 Ιουνίου, πολιτοφυλακή με ηγέτη τον Ibrahim Jadhran προχώρησε σε ένοπλη επίθεση στους τερματικούς σταθμούς των κύριων εξαγωγικών λιμένων αργού πετρελαίου της Λιβύης, Ras Lanuf και Es Sider, με αποτέλεσμα η παραγωγή μαύρου χρυσού στη χώρα να μειωθεί κατά 400.000 βαρέλια ημερησίως, όπως επιβεβαίωσε η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης με ανακοίνωσή της στις 19 Ιουνίου.

Η μορφή και οι λεπτομέρειες της «πολεμικής οικονομίας» ποικίλλουν στο εσωτερικό της Λιβύης. Μετά την πτώση Καντάφι, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κενό διακυβέρνησης και ασφάλειας στην πολύπαθη χώρα. Από το καλοκαίρι του 2014 η Λιβύη βυθίζεται στον εμφύλιο πόλεμο, παρά το γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια πραγματοποιήθηκαν εκλογικές αναμετρήσεις προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της δημοκρατίας. Έτσι, σήμερα στη χώρα διακρίνει κανείς δύο κυβερνήσεις: τη λεγόμενη «Λιβυκή Αυγή», που ελέγχει την Τρίπολη και αποτελεί ουσιαστικά ένα «μείγμα» ισλαμικών οργανώσεων, και τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση με έδρα το Τομπρούκ. Στα δυτικά και στα νότια η απουσία θεσμικών φορέων σωμάτων ασφάλειας έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη παράνομων αγορών. Παράλληλα, στην Τρίπολη, όπου οι αρχές έχουν ως κύριο μέλημα την ασφάλεια της αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας, οι εγκληματικές ομάδες επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους μέσω φαινομένων διαφθοράς των κρατικών λειτουργών. Από την άλλη πλευρά, στα ανατολικά έχει διαμορφωθεί ένα είδος στρατιωτικής διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα το λαθρεμπόριο καυσίμων και το λαθρεμπόριο ανθρώπινων ζωών να έχει ελαττωθεί.

Το ΑΕΠ της Λιβύης εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί κατά 27% μέσα το 2017, δίνοντας μια ώθηση στο κατά κεφαλήν εισόδημα, το οποίο αυξήθηκε κατά 63% σε σχέση με τα επίπεδα του 2010. Από την άλλη, οι τιμές των εμπορευμάτων πήραν την ανιούσα κυρίως λόγω των περικοπών στην παραγωγή όλων των βασικών εμπορευμάτων, της κερδοσκοπίας στις αναπτυσσόμενες μαύρες αγορές και της ισχυρής υποτίμησης του λιβυκού δηναρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την Τετάρτη 18 Απριλίου 2018 ο πρόεδρος της National Oil Corporation (NOC), Mustafa Sanalla, δήλωσε ότι το λαθρεμπόριο καυσίμων κοστίζει στη Λιβύη περίπου $750 εκατ. ετησίως, καθώς το 30-40% των καυσίμων που παράγονται ή εισάγονται από τη Λιβύη υποκλέπτεται. Ο κ. Sanalla τόνισε επίσης ότι η παράνομη αυτή δραστηριότητα δεν αντανακλά μόνο τα χαμένα έσοδα του κρατικού τομέα, αλλά και την απώλεια του σεβασμού που οφείλει να διέπει τα κράτη δικαίου.

Η εγκληματικότητα στην παραοικονομία παρουσιάζει μια αυξανόμενη τάση, παρά το γεγονός ότι το 2017 σημειώθηκαν βήματα προόδου προς την κατεύθυνση μιας πιο «λειτουργικής» οικονομίας.

Μένει λοιπόν να δούμε αν η οικονομία της Λιβύης, η οποία κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, θα καταφέρει να απαλλαγεί από τη διαφθορά και την έλλειψη διαφάνειας, ώστε η βελτίωσή της να μην παραμένει μόνο στους αριθμούς. Θα συμβάλει το «Οne Belt One Road Initiative» σε αυτό; Ο χρόνος θα δείξει.

 

Άρθρο από το τεύχος Οκτωβρίου 2018 των Ναυτικών Χρονικών, σελ. 60.