Κατά 33% μειώθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές Φινλανδίας – Ρωσίας

Κατά 33% μειώθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές Φινλανδίας – Ρωσίας

54
Κατά 33% μειώθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές Φινλανδίας – Ρωσίας

Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ρωσίας και Φινλανδίας μειώθηκαν κατά ένα τρίτο μέσα στο 2015 σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε την περασμένη Τρίτη ο Severi Keinala, ο επικεφαλής της διεύθυνσης εξαγωγών και ξένων επενδύσεων του υπουργείου Απασχόλησης και Οικονομικής Ανάπτυξης της Φινλανδίας.
Για τον Severi Keinala «η σημερινή κατάσταση έχει οδηγήσει σε μείωση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Ρωσίας και Φινλανδίας. Συγκεκριμένα ο όγκος των εισαγωγών-εξαγωγών μειώθηκε μέσα στο 2015 κατά περίπου 32-33%». Ωστόσο ο Φινλανδός επικεφαλής της διεύθυνσης εξαγωγών απέφυγε να δώσει στην παρούσα φάση περισσότερα στοιχεία για το ρωσο-φινλανδικό εμπόριο.
Για την φινλανδική κυβέρνηση, σύμφωνα με τον Severi Keinala, «ο βασικός λόγος για την καταγραφείσα μείωση δεν είναι το ισχύον καθεστώς των κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας αλλά η οικονομική κρίση». Και προσθέτει ότι «οι τιμές του πετρελαίου έχουν μειωθεί, το ρούβλι έχει υποτιμηθεί, η πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης έχει περιοριστεί δραστικά. Το αποτέλεσμα ήταν να επηρεαστούν άμεσα και αρνητικά οι εξαγωγές φινλανδικών αγαθών προς τη Ρωσία. Παρ’ όλ’ αυτά, έχει ενδιαφέρον» τονίζει ο Keinala, ότι «είναι λίγες οι φινλανδικές εταιρείες που αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από την αγορά της Ρωσίας. Οι περισσότερες των εταιρειών παραμένουν στη Ρωσία και συνεχίζουν να επενδύουν στη ρωσική αγορά».
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι οι περισσότερες των φινλανδικών επιχειρήσεων έχουν εκφράσει το έντονο ενδιαφέρον τους να μεταφέρουν τις γραμμές παραγωγής των προϊόντων τους στη Ρωσία, και να μην επιμείνουν στη μέχρι τώρα πρακτική που θέλει απλώς να εξάγουν έτοιμα αγαθά στη συγκεκριμένη χώρα.
Σύμφωνα με την φινλανδική πρεσβεία στη Μόσχα, πάνω από 400 φινλανδικές εταιρείες δραστηριοποιούνται σήμερα στη Ρωσία προσφέροντας εργασία σε περίπου 50.000 ανθρώπους, ενώ η αξία των συνολικών φινλανδικών επενδύσεων στην τελευταία αγγίζει τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ.