Στην Ευρώπη (δεν) πάμε καλά; Η πανεπιστημιακή κοινότητα κρίνει τις κινήσεις της...

Στην Ευρώπη (δεν) πάμε καλά; Η πανεπιστημιακή κοινότητα κρίνει τις κινήσεις της νέας κυβέρνησης.

1040
Στην Ευρώπη (δεν) πάμε καλά; Η πανεπιστημιακή κοινότητα κρίνει τις κινήσεις της νέας κυβέρνησης.

Στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων βρίσκεται η ελληνική οικονομία με την αβεβαιότητα για την εξέλιξη των τρεχουσών διαπραγματεύσεων να έχει χτυπήσει κόκκινο. Την ίδια στιγμή αναλυτές και παρατηρητές εντός και εκτός Ελλάδας χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα κρίσιμες τις επόμενες ημέρες τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρωζώνη.

Οι διαπραγματεύσεις διαδέχονται η μια την άλλη, η ρευστότητα των τραπεζών αιωρείται, ενώ σε λίγες ημέρες θα διεξαχθεί η έκτακτη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών του Eurogroup με θέμα την Ελλάδα.

Ανεξάρτητα με την ιδεολογική τοποθέτηση κάθε έλληνα πολίτη, η τακτική προς τους εταίρους και δανειστές της νέας κυβέρνησης και του οικονομικού της επιτελείου οδηγεί όλους σε ερωτήματα για την επόμενη μέρα της χώρας. Με αυτό το γνώμονα απευθυνθήκαμε σε διακεκριμένους πανεπιστημιακούς οικονομολόγους ελπίζοντας ότι με την εκτίμησή τους θα αξιολογήσουμε και θα προσεγγίσουμε καλύτερα πολλά από τα ερωτήματα μας.

Οι έξι διακεκριμένοι καθηγητές πανεπιστημίου απάντησαν στην ακόλουθη ερώτηση που τους θέσαμε (οι απαντήσεις παρατίθενται με αλφαβητική σειρά):

«Εκτιμάτε ότι η τακτική της κυβέρνησης απέναντι στην ΕΕ εξυπηρετεί το στόχο της υπέρβασης της κρίσης χωρίς να διακινδυνεύουμε τη θέση μας στην Ευρώπη;»

 

Τα περιθώρια έχουν στενέψει υπερβολικά

του Ελευθέριου Θαλασσινού, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιά

IMG_Thalassinos pic_1572

Η διαπραγμάτευση, όπως και ο χορός του ταγκό προϋποθέτει δύο μέρη με εκατέρωθεν θέσεις και διαμετρικά αντίθετες κινήσεις. Στο χορό ο ένας από τους χορευτές δίνει τον ρυθμό και ο άλλος ακολουθεί κάτι που έχει εξ αρχής συμφωνηθεί. Στην ισότιμη διαπραγμάτευση τον ρυθμό τον δίνει ο πιο ενημερωμένος, ο πιο ικανός διαπραγματευτής.

Στην περίπτωση όμως μιας ‘’λεόντειας’’ συμφωνίας, όπως αυτή που υπάρχει σήμερα μεταξύ της χώρας μας και των πιστωτών της, το ‘’λιοντάρι’’ είναι ένα και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι να μετρήσεις τις δυνάμεις σου και να βρεις τρόπο να δαμάσεις το ‘’λιοντάρι’’. Η αμφισβήτηση του ρόλου του το αγριεύει περισσότερο και μπορεί να μην σου δώσει περιθώρια. Ζυγίζεις, μπλοφάρεις, σχεδιάζεις την επόμενη κίνηση, το σχέδιο Β. Αν δεν υπάρχει σχέδιο Β, που το αφήνεις έντεχνα να διαρρεύσει, το ‘’λιοντάρι’’ δεν μπορείς να το δαμάσεις.

Επί του συγκεκριμένου θέματος. Η διαπραγμάτευση, με τον τρόπο που αφήνει να εννοηθεί η κυβέρνηση, χωρίς μνημόνιο, νέα συμφωνία ή Τρόϊκα, δεν έχει ουδεμία πιθανότητα να πετύχει. Το να ζητήσει να αλλάξουν τα ονόματα είναι εφικτό. Το πόσο θα υποχωρήσει από τις διακηρυγμένες θέσεις της είναι κάτι που, ως λογικός διαπραγματευτής, πρέπει να το έχει ήδη αποφασίσει. Το ζητούμενο είναι να έχει αξιολογήσει εξ αρχής τον τρόπο και τον χρόνο που θα δώσει στο ‘’λιοντάρι’’, φυσικά χωρίς υπερβολικούς ‘’λεονταρισμούς’’ ή/και ‘’θεατρινισμούς’’ για λόγους εντυπώσεων, από την πλευρά της. Τα δεδομένα είναι σε βάρος μας, εμείς χρωστάμε αυτοί μας δάνεισαν.

Ο σημερινός δανεισμός διαφέρει από τον προηγούμενο. Το συντριπτικό ποσοστό του δεν αφήνει περιθώρια ούτε για συμφωνημένη απομοίωση (hair cut) γιατί έχει συγκεντρωθεί σε φορείς που δεν έχουν δικαίωμα να το αποποιηθούν (IMF, EKT, Europe). Επιπλέον, τη φορά αυτή η Ευρωζώνη είναι περισσότερο έτοιμη να αντιμετωπίσει την έξοδο μιας χώρας από το ευρώ παραμένοντας όμως στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Αναλυτική μελέτη για αυτό το ενδεχόμενο έχει ήδη εκπονηθεί από δύο ινστιτούτα γνωστά για την επιρροή που ασκούν στην Γερμανική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή στο ατύχημα, γιατί περί ατυχήματος θα πρόκειται. Τα περιθώρια έχουν στενέψει υπερβολικά. Η κοινή γνώμη ικανοποιήθηκε, ας αρχίσουν οι σοβαρές, επίσημες συζητήσεις για να βρεθεί η χρυσή τομή πριν είναι πια πολύ αργά για την οικονομία και την ελληνική κοινωνία γενικότερα.

 

Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ότι προσέρχεται με σταθερές θέσεις και συγκεκριμένες προτεραιότητες

του Γιάννη Θεοτοκά, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

theotokas 4

Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης δείχνουν ότι η τακτική της ήταν να θέσει το ελληνικό ζήτημα σε ευρωπαϊκή διάσταση εμπλέκοντας στη συζήτηση όσο το δυνατόν περισσότερες κυβερνήσεις και λαούς και να επιτύχει την έναρξη της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους. Συνηγορούν, επίσης, στο ότι επιδίωξη της κυβέρνησης ήταν να διευρύνει το περιεχόμενο της συζήτησης και να την μετατρέψει από στενά οικονομική σε πολιτική, θέτοντας προτεραιότητες που συνδέονται με την εφαρμοζόμενη αδιέξοδη πολιτική λιτότητας και με την ανθρωπιστική κρίση που προκαλεί.

Στο σχεδιασμό των πολιτικών και, ακόμα περισσότερο, στην εφαρμογή τους, λαμβάνονταν μέχρι σήμερα υπόψη μόνο τα οικονομικά μεγέθη και αγνοούνταν οι κοινωνικές επιπτώσεις τους. Η κυβέρνηση με την τακτική της κάνει γνωστό στους ευρωπαϊκούς λαούς το κόστος που είχε για την ελληνική κοινωνία και για την ελληνική οικονομία η λανθασμένη πολιτική που εφαρμόστηκε με ευθύνη και των εταίρων μας. Παράλληλα, μένοντας συνεπής στη βασική προεκλογική δέσμευσή της, δεν αποδέχεται την πολιτική που, ενώ είχε σημαντικό κόστος για τον ευρωπαίο φορολογούμενο, δεν βοήθησε την Ελλάδα να ανακάμψει, αλλά αντίθετα, βάθυνε την οικονομική και κοινωνική κρίση και έκανε ακόμα πιο αβέβαιο το μέλλον της. Αυτή η τακτική βρίσκει αντίθετους όσους, με το άλλοθι του μονόδρομου και της αναγκαστικής επιλογής, ήταν οπαδοί ή και προπαγανδιστές της καταστροφικής  μνημονιακής πολιτικής, όπως, επίσης, και τις πολιτικές δυνάμεις που υπηρέτησαν αυτή την πολιτική.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, δηλώνει στους εταίρους μας στην Ευρώπη ότι δεν δέχεται να συνεχίσει την εφαρμογή μιας πολιτικής που, στο όνομα της εξυπηρέτησης ενός δημόσιου χρέους που δεν είναι βιώσιμο,  επιβάλλει τη σκληρή λιτότητα, εντείνει την ανθρωπιστική κρίση και οδηγεί στα βράχια την ελληνική κοινωνία. Μιας πολιτικής που όχι μόνο δεν προώθησε ουσιαστικές και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αλλά, διατήρησε ανέπαφες τις δομές που αναπαράγουν φαινόμενα όπως η διαπλοκή, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή το πελατειακό κράτος. Ταυτόχρονα, ζητά να της δοθεί ο αναγκαίος χρόνος για να καταθέσει μια πλήρη εναλλακτική πρόταση η οποία μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβαση της κρίσης και σε αμοιβαία αποδεκτή κατάληξη. Μια εναλλακτική πρόταση που θα λαμβάνει υπόψη της τόσο τα οικονομικά μεγέθη, όσο και τη σύνθετη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα εντός και εκτός ελληνικών συνόρων. Το γεγονός ότι οι εταίροι δεν εμφανίζουν την ίδια στάση και ότι κάποιοι από αυτούς, την ίδια στιγμή που ασκούν πιέσεις για συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα, δηλώνουν ότι αναμένουν να ακούσουν την εναλλακτική πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης, είναι επιβεβαίωση της τακτικής της και δείχνει ότι η κινδυνολογία για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας δεν βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα.

Όλες οι παραπάνω κινήσεις δείχνουν ότι η διαπραγμάτευση έχει ξεκινήσει και ότι θα είναι σκληρή. Το αντίθετο, άλλωστε, θα αποτελούσε έκπληξη. Είναι σημαντικό ότι σε αυτή τη διαπραγμάτευση η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ότι προσέρχεται με σταθερές θέσεις και με συγκεκριμένες προτεραιότητες, με σεβασμό στην θέληση του ελληνικού λαού και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Τα δεδομένα δημιουργούν την αισιοδοξία ότι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα επιτρέψει στη χώρα μας να αντιμετωπίσει από καλύτερη θέση τις επιπτώσεις της ανθρωπιστικής κρίσης και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την παραγωγική ανασυγκρότησή της.

 

Η συνεργασία και όχι η σύγκρουση θα οδηγήσει σε λύσεις

του Εμμανουήλ Γ. Καβουσανού, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Kavussanos

Τα τελευταία 5 χρόνια κωλυσιεργούμε (σκοπίμως;), φοβούμενοι μη θιχτούν συντεχνιακά συμφέροντα και προσπαθούμε να ξεφύγουμε από το να υλοποιήσουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα φέρουν την ανάπτυξη και θα μας σύρουν έξω από το τέλμα που έχει δημιουργηθεί στην οικονομία και στην κοινωνία τα τελευταία 30 χρόνια. Οι εταίροι είναι ακόμα εδώ και συνεχίζουν να μας χρηματοδοτούν, βλέποντας μέχρι τώρα ότι τουλάχιστον γίνονται κάποια βήματα έστω και με ρυθμούς χελώνας. Ο λαός βέβαια με την ψήφο του ‘τιμώρησε’ πρώτα το ΠΑΣΟΚ και μετά τη ΝΔ-ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες δύο αλλαγές κυβερνήσεων. Ήταν ψήφος τιμωρίας, ψήφος ενάντια στη μείωση του βιοτικού του επιπέδου. Όμως οι πολιτικοί δεν έχουν δώσει στον κόσμο να καταλάβει – και υπό αυτήν την έννοια τον παραπλανούν – ότι: Δεν είναι το ‘δαιμονοποιημένο’ από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος μνημόνιο που έφερε τη χρεοκοπία. Ότι, η χρεοκοπία έφερε την ανάγκη περαιτέρω δανεισμού, και οι ‘κακοί’ δανειστές απαιτούν ένα πρόγραμμα, μια συμφωνία, ένα μνημόνιο, μέσω του οποίου θα εγγυάται η βιωσιμότητα του δανειζόμενου, δηλαδή του Ελληνικού κράτους, ώστε πρώτον να αποπληρώσει τα δάνεια του και δεύτερον να μην επανέλθει στην ίδια κατάσταση χρεοκοπίας μερικά χρόνια αργότερα. Πως, η αύξηση των μισθών δεν είναι εκείνη που θα φέρει την ανάπτυξη, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και η ανάπτυξη που θα επιτρέψει την ορθολογική αύξηση στους μισθούς. Διαφορετικά είμαστε μη ανταγωνιστικοί και επομένως εκτός αγοράς.

Όλα τα παραπάνω θα έπρεπε να τα κατανοήσουμε και να τα πράξουμε αυτοβούλως. Το έκαναν τάχιστα μέσω συμφωνιών – μνημονίων – συνεργαζόμενες, άλλες χώρες, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία και τώρα δράττουν τα οφέλη. Στην Ελλάδα επιλέξαμε μέσω της παρούσας κυβέρνησης ένα βήμα χειρότερο στη στάση μας από την μέχρι τώρα κακή στάση της κωλυσιεργίας – Το μονοπάτι της Σύγκρουσης. Αυτό έχει αναστατώσει τους εταίρους, τις αγορές – π.χ. με πτώση του χρηματιστηρίου, τους εγχώριους και ξένους επενδυτές – π.χ. με φυγή καταθέσεων στο εξωτερικό και στάση οποιασδήποτε επενδυτικής δραστηριότητας, έχει οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος δανεισμού – π.χ. με την εκτίναξη των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σε δυσθεώρητα ύψη, έχει αυξήσει την πιθανότητα πτώχευσης της χώρας – όπως αξιολογείται επισήμως από διεθνείς οίκους αξιολόγησης και οποίοι έχουν μειώσει την πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας. Είμαστε ένα βήμα από το χείλος του γκρεμού.

Η παρούσα κυβέρνηση έχει εκλεγεί με πλειοψηφία, περίπου 36% των ψηφοφόρων, πάνω σε κάποιες προγραμματικές δηλώσεις, οι οποίες όλο και περισσότερο φαίνεται ότι είναι ανέφικτες.  Φαίνεται να έχει λάβει την ψήφο των πολιτών με βάση τις δηλώσεις αυτές, ενώ δεν έχει σχέδιο εκπόνησης τους. Εμφανίζεται στους εταίρους για διαπραγμάτευση και δεν έχει κοστολογήσει αυτά που ζητά. Ζητά πίστωση χρόνου, μερικών μηνών μάλιστα, για να παρουσιάσει σχέδιο, ενώ το σχέδιο αυτό έπρεπε να είχε εκπονηθεί πριν ακόμα καταφύγει στις κάλπες και ζητήσει την ψήφο του Ελληνικού λαού, ώστε να γνωρίζει ο ψηφοφόρος εάν είναι εφικτό. Μάλιστα, όσες φορές είχε εγκληθεί να απαντήσει για το σχέδιο, το κόστος του και το πως θα χρηματοδοτηθεί, δεν ακούσαμε κάποια πειστική απάντηση. Όλα αυτά προσδίδουν μια εικόνα ερασιτεχνισμού προς την Ευρώπη. Μια Ευρώπη στην οποία θέλουμε να είμαστε μέλη. Η συνεργασία και όχι η Σύγκρουση, του πληθυσμιακά και οικονομικά 1%-2%, με το υπόλοιπο της Ευρώπης είναι εκείνο που θα οδηγήσει σε λύσεις και επομένως τη χώρα μπροστά και δε θα διακυβεύσει ίσως για τις επόμενες γενεές το μέλλον της. Είναι γνωστό ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο και απαιτείται πολύς χρόνος και θυσίες για να επιτευχθούν υψηλοί στόχοι, όμως πολύ εύκολα και γρήγορα μπορούν να γκρεμιστούν και να καταστραφούν τα επιτεύγματα για πάντα και να πάνε χαμένες οι προηγούμενες θυσίες. Είναι δε αμφίβολο αν ποτέ καταφέρουμε ξανά να αποκαταστήσουμε αυτά που θα έχουμε απολέσει. Η Ευρώπη είναι πολύτιμος εταίρος. Η Ηρωική έξοδος δεν αποτελεί πρόοδο και δεν την επιθυμεί ο Ελληνικός Λαός, παρόλη τη δραματικότητα που διακρίνει το Έθνος μας. Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε αυτήν και υπό αυτήν την έννοια, η τακτική που έχει ακολουθηθεί όχι μόνο δεν έχει βοηθήσει αλλά έχει επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα.

 

Σε μια διαπραγμάτευση παίζουν καθοριστικό ρόλο οι αρχικές θέσεις

του Δρ. Άλκη Κορρέ

korres 4

Το ερώτημα που αυτή η κυβέρνηση είχε να απαντήσει μετεκλογικά είναι αν θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βελτιώσει τους απαράδεκτους όρους της προηγούμενης συμφωνίας με τους εταίρους ή θα καθόταν αναπαυτικά στους κυβερνητικούς θώκους σκεπτόμενη ποιες ιστορίες θα πούλαγε σε εκείνους που έλπισαν ότι θα τιμούσε την ψήφο τους. Προς τιμή της επέλεξε το δεύτερο οδηγώντας εαυτήν σε συγκρούσεις με άτομα και θεσμικά όργανα με τα οποία ουδείς στο παρελθόν είχε τολμήσει να τα βάλει. Κατά πρώτον λοιπόν η κυβέρνηση είναι έντιμη και συνεπής στις δεσμεύσεις της.

Γιατί όμως αυτές οι θέσεις. Μιλάμε για μια χώρα που οι προηγούμενες κυβερνήσεις την έφεραν επί γονάτων. Αν αφήσουμε την περίπτωση προσφυγής στον Στρος Καν έξω απ’ τη συζήτηση, θα θυμηθούμε την κατάντια των μεσαίων και φτωχότερων εισοδηματικών στρωμάτων της χώρας, το ενάμισυ εκατομμύριο ανέργων, τις συντάξεις πείνας, την καταρρέουσα κατάσταση στη δημόσια υγεία και βέβαια τις οικογένειες των χιλιάδων απελπισμένων που έφθασαν στο απονενοημένο διάβημα οδηγημένοι στο αδιέξοδο. Ποιός νοιάστηκε και τί έκανε. Νομίζω ότι πολλοί νοιάστηκαν, πλην όμως δεν τόλμησαν αυτά που είχαν καθήκον να κάνουν, όπως μας θύμισε πρόσφατα ο κ.Μπαλτάκος. Δεν όρθωσαν ανάστημα, δεν εκμεταλλεύτηκαν τα διαπραγματευτικά ατού και περιορίστηκαν στο λιβανιστήρι των χαρτζηλικωμένων μίντια. Κατά δεύτερον λοιπόν αυτά για τα οποία η σημερινή κυβέρνηση συνεπλάκη με την Ευρωπαϊκή νομενκλατούρα δεν είναι άλλα από τα δεινά του Ελληνικού λαού τα οποία προσπαθεί να περιορίσει. Δεινά για τα οποία η συγκεκριμένη κυβέρνηση δεν έχει καμία ευθύνη ως μηδέποτε κυβερνήσασα.

Δυο κουβέντες τώρα για τους Έλληνες. Μας προσάπτουν πολλά, κάποια δικαίως, όμως είμαστε περήφανος λαός. Το έδειξε η στάση μας σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, το ξέρουν και οι έξω. Ο Έλληνας μπορεί να υποφέρει, να έχει δει την οικονομία της χώρας του να συρρικνώνεται, να μη βρίσκεται οικογένεια χωρίς άνεργο, αλλά είναι αξιοπρεπής. Η φτώχεια αντέχεται, η έλλειψη αξιοπρέπειας –ναι αυτή που βρίσκεται κάποιος όταν δεν έχει να πληρώσει το νοίκι ή τα φάρμακα – όχι. Να λοιπόν μια εικόνα της Ελλάδας που πολεμάει, της Ελλάδας που αντιστέκεται κατά τον Σαββόπουλο, αυτή που σηκώνει το κεφάλι και ζητά ανθρώπινη μεταχείριση για τα παιδιά της. Δεν μπορώ να μη συνταχθώ με όποιους την βοηθάνε να σταθεί όρθια και ας μην ανήκω σε συνιστώσα.

Τέλος, δυο κουβέντες για όσους δεν καταλαβαίνουν από διαπραγματεύσεις. Σε μια διαπραγμάτευση παίζουν καθοριστικό ρόλο οι αρχικές θέσεις και σωστά τέθηκαν από Ελληνικής πλευράς. Αν ξεκινήσεις με παρακάλια θα καταλήξεις στο καναβάτσο χωρίς πολλά -πολλά, συνεπώς πρέπει να ζητάει κανείς πράγματα για να λάβει κάποια. Όπως όλοι γνωρίζουμε δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία εξόδου χώρας από την ευρωζώνη, άρα δεν είναι αυτό που διακινδυνεύεται (διακυβεύεται ;) , συνεπώς η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι θετική.

Όμως, άσχετα με την Ελληνική διαπραγμάτευση, η γενική πορεία της Ενωμένης Ευρώπης δεν ήταν η αναμενόμενη τα τελευταία χρόνια και καλό θα ήταν να αρχίσει να μας απασχολεί αυτό το ζήτημα εφόσον η επιβίωση της ΕΕ μας ενδιαφέρει. Το διεθνές περιβάλλον δείχνει να αγριεύει πρόσφατα και η εικόνα της – μακάρι να διαψευστώ – δεν είναι εκείνου που κερδίζει.

 

Πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής

του Γιάννη Τσαμουργκέλη, επίκουρου Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

5gt1 (1)

Όσο εγκλωβίζεται η οικονομία στη μέγγενη της ύφεσης και του αποπληθωρισμού με ημιτελείς μεταρρυθμίσεις και ασφυκτικά όρια δημοσιονομικής διαχείρισης, τόσο μεγαλώνουν οι απαιτήσεις για φθηνό και προσβάσιμο χρήμα. Σε αυτή ακριβώς τη καμπή των εξελίξεων η κυβέρνηση επιλέγει ότι απαιτείται για να κάνει το χρήμα ακριβότερο και δυσεύρετο. Συγκρούεται με τους κανονισμούς λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της ΕΚΤ και ενεργοποιεί αυτόματες αντιδράσεις ελπίζοντας σε «πολιτική λύση», ενώ θέτει ζητήματα εκτός πλαισίου διαπραγμάτευσης… θεωρώντας ότι εθνική κυριαρχία της Ελλάδας είναι σημαντικότερη από την εθνική κυριαρχία των άλλων κρατών μελών της Ένωσης…

Εάν δεν εκμεταλλευτούμε τις νέες συνθήκες φθηνής χρηματοδότησης από την ποσοτική χαλάρωση που εισήγαγε η ΕΚΤ, όσο και τα 30 περίπου δις από το πακέτο Juncker, η απόσταση των ελληνικών επιχειρήσεων από τις ανταγωνίστριες τους στην Ευρώπη θα μεγαλώσει. Το χάσμα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας θα διευρυνθεί και η ελληνική οικονομία θα μπει σε μια νέα φάση ύφεσης και υστέρησης.

Πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Προέχει η άμεση βελτίωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης που θα έρθει με ενέργειες που αποδεικνύουν εμπράκτως ότι η νέα κυβέρνηση ξέρει και μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική στη διαχείριση της οικονομίας, με κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη. Διαφθορά, φοροδιαφυγή, γραφειοκρατία, ολιγοπωλιακές δομές, εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης  από μεγάλες επιχειρήσεις, εμπόδια στην επιχειρηματικότητα, ανεργία, είναι λίγα από τα μέτωπα-προκλήσεις που θα έπρεπε να ασχοληθεί άμεσα η νέα κυβέρνηση, αντί των επικοινωνιακών εκτονώσεων των οπαδών σε λεκτικές συγκρούσεις με ευρωπαϊκούς θεσμούς και εκπροσώπους των εταίρων μας. Μόνον έτσι αποκαθίσταται η ομαλή χρηματοδότηση της χώρας και διαμορφώνεται ένα ασφαλές πλαίσιο προώθησης των αναγκαίων δημοκρατικών και κοινωνικά δίκαιων μεταρρυθμίσεων που εδραιώνουν τον παραγωγικό και εξωστρεφή αναπροσανατολισμό της οικονομίας. Μόνο έτσι ενισχύεται  πραγματικά η θέση της στην ΕΕ.

 

Η κυβέρνηση έχει ήδη ετοιμάσει τη δικαιολογία για τη σίγουρη αποτυχία της

του Ηρακλή Χαραλαμπίδη, Καθηγητή στο Erasmus University οf Rotterdam, the Netherlands

iraklis-xaralampidis

H Ελλάδα, εδώ και μια πενταετία, είναι στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος ως η χώρα που δεν κατάφερε να σωθεί από την χρεοκοπία. Αυτό έγινε όχι γιατί μας δίνανε τόσα πολλά λεφτά, όπως διατείνεται ο κύριος Βαρουφάκης, αλλά γιατί δεν κάναμε τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να κάνουμε, με ή χωρίς τρόικα, ώστε να εκσυγχρονίσουμε την οικονομία μας. Τώρα είμαστε πάλι στο επίκεντρο.

Σήμερα, ο κ. Τσίπρας ζητά από την Ευρώπη να τιμήσει την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Εντούτοις το Eurogroup θα έπρεπε κατά την άποψή μου να ζητήσει από τον πρωθυπουργό να παρουσιάσει εκτενώς στους εταίρους μας το οικονομικό σχέδιο «Θεσσαλονίκη» με το οποίο ‘εκφράστηκε’ η ετυμηγορία των Ελλήνων. Η νέα κυβέρνηση πρέπει να τηρήσει την υπόσχεσή της προς τον ελληνικό λαό και να παρουσιάσει άμεσα το σχέδιο «Θεσσαλονίκη» στο Eurogroup. Μέχρι τότε, κατά την άποψή μου, δεν χρειάζεται ούτε περισσότερος χρόνος για διαπραγματεύσεις ούτε ένα καινούργιο σχέδιο σωτηρίας (μας).

Σε επιστολή μου προς τη Wall Street Journal ανέλυσα πρόσφατα ότι μια σοβαρή πολιτική παράταξη θα έπρεπε πριν τις εκλογές να παρουσιάσει πλήρως το οικονομικό της ‘σχέδιο’ τόσο στο εκλεκτορικό σώμα όσο και στους πιστωτές της, ούτως ώστε να γνωρίζει από πριν τις αντιδράσεις τους. Μια υπεύθυνη παράταξη δεν πρέπει να παραπλανεί τους ψηφοφόρους με μυθοπλασίες και μετέπειτα να παρουσιάζει, ως τελική ετυμηγορία, στους πιστωτές της τα εθνικά εκλογικά αποτελέσματα προκειμένου να  τους εξαναγκάσει σε επαναδιαπραγμάτευση των προκαθορισμένων και προσυμφωνημένων εθνικών συμβατικών υποχρεώσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλαλούσε πριν τις εκλογές ότι υπήρχε σαφές σχέδιο. Το να λες όμως ότι «θα πληρώσεις» δεν αρκεί. Πρέπει ταυτόχρονα να εξηγήσεις και «πώς» θα πληρώσεις. Αν ο τρόπος αυτός είναι τα perpetuals και η ρήτρα ανάπτυξης του κυρίου Βαρουφάκη, αυτό ισοδυναμεί σαν να λες «δεν πληρώνω». Γιατί κανείς δεν πρόκειται ποτέ να τα δεχθεί. Έτσι, η κυβέρνηση έχει ήδη ετοιμάσει την δικαιολογία για τη σίγουρη αποτυχία της: Φταίγανε οι εταίροι μας που είναι αδιάλλακτοι και δεν δέχτηκαν τις προτάσεις μας.

Ας σταματήσει πια αυτό το αστείο πως όλοι πρέπει να είμαστε στην ίδια πλευρά του τραπεζιού για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που λέγεται «Ευρώπη». Οι Γάλλοι εταίροι μας, πριν λίγες μέρες, ζήτησαν να τους πούμε, μέσα στις επόμενες μέρες, τι θα κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε τα τρέχοντα προβλήματά μας των επομένων εβδομάδων. Την Ευρώπη θα την σώσουμε αργότερα!

Το “δια ταύτα” όλων των συνομιλητών μας είναι το ίδιο: η ανάπτυξη έρχεται μόνο μέσα από μεταρρυθμίσεις. Και αυτές, όπως τις εννοούν όλοι οι συνομιλητές μας, συνίστανται σε ιδιωτικοποιήσεις, μικρότερο Κράτος, ελεύθερες αγορές και ανοιχτά επαγγέλματα.

Εν κατακλείδι, αυτόν τον αέρα αισιοδοξίας που προσπαθούν μέρες τώρα να μας πείσουν τα ΜΜΕ πως έχει αρχίσει να φυσάει, εγώ δεν τον βλέπω.