Tο χρονικό μιας προαναγγελθείσας ραθυμίας

Tο χρονικό μιας προαναγγελθείσας ραθυμίας

92
Tο χρονικό μιας προαναγγελθείσας ραθυμίας

Του Κωνσταντίνου Χλωμούδη, καθηγητή στο τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

  • Κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ οι υπεύθυνοι για το «τρενάρισμα» στις ιδιωτικοποιήσεις σε ΟΛΠ και ΟΛΘ 

Την άποψή μας για το λειτουργικότερο μοντέλο εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στην παραγωγική δραστηριότητα της λιμενικής βιομηχανίας είχαμε πολλαπλώς την ευκαιρία να αναπτύξουμε κατά το παρελθόν1  αλλά και να την τεκμηριώσουμε αναλυτικά παρουσιάζοντας μια πλούσια βιβλιογραφική επισκόπηση2.

Σήμερα, εντός μιας περιόδου εξελίξεων που οριστικοποιούν επιλογές, θα επιχειρήσουμε μιαν ανασκόπηση αλλά και ενημέρωση των ενδιαφερομένων για το τι πρόκειται να συμβεί, για να έχουν γνώση.

Έχουν περάσει τέσσερα (4) χρόνια που η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη της προσπάθειας για οικονομική προσαρμογή. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η προσπάθεια για ιδιωτικοποιήσεις δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα μέχρι στιγμής. Ιδιαιτέρως όσον αφορά τα λιμάνια, η προσπάθεια ιδιωτικοποιήσεων έχει καθυστερήσει σημαντικά, παρόλο που το Μέγαρο Μαξίμου και το ΤΑΙΠΕΔ πόνταραν αυτά τα χρόνια σε αξιοσημείωτα εισπρακτικά οφέλη. Κάποτε πρέπει να υπάρξει η περιβόητη αξιολόγηση κι εδώ. Για όσους είχαν την ευθύνη διαχείρισης των επιλογών και να κατανεμηθούν τα δέοντα.

Θα εντοπισθεί η ανεπάρκεια του ΤΑΙΠΕΔ να χειρισθεί ορθά, και όπως θα ανέμενε κανείς, το θέμα της ιδιωτικοποίησης των μεγαλύτερων λιμανιών της Ελλάδος και των κυβερνητικών επιτελείων να καθοδηγήσουν αυτή τη διαδικασία. Θα αναγνωρισθεί, τέλος, πως η ευτυχής σύμπτωση να υπάρχουν υπεύθυνοι χειριστές και γνώστες των λιμενικών πραγμάτων στις διοικήσεις των ΟΛΠ και ΟΛΘ, με προεξάρχοντα τον Γιώργο Ανωμερίτη και αρκετούς λιμενικούς οικονομολόγους, μπορεί να μην επέβαλε επιλογές, αλλά φαίνεται να «σώζει» την Ελλάδα από έναν διεθνή διασυρμό, για την άγνοια των εξελίξεων στη λιμενική βιομηχανία και ιδιαιτέρως στην Ευρώπη. Πολλοί και δυνατά, όλο αυτό το διάστημα, εξέφρασαν ενστάσεις γύρω από τη μέθοδο που προτάσσεται (πώληση μετοχών), υποστηρίζοντας ότι πρέπει να ακολουθηθεί το ευρωπαϊκό μοντέλο ιδιωτικοποίησης στη λιμενική βιομηχανία, που είναι αυτό των παραχωρήσεων μέρους των λιμενικών δραστηριοτήτων και τερματικών, αντί αυτού της πλήρους ιδιωτικοποίησης.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έθεσε πολλές φορές το θέμα των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων στο τραπέζι του διαλόγου με την τρόικα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το ιστορικό της εξέλιξης των αποφάσεων των Μνημονίων με αναφορά στα λιμάνια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον3. Είναι προφανές πως στο Μνημόνιο III (Ν. 4093/2012) ουδεμία συγκεκριμένη μνεία πώλησης μετοχών του ΟΛΠ Α.Ε. καταγράφεται. Όλως αντιθέτως, το Μνημόνιο ΙΙΙ επιτάσσει ότι η ιδιωτικοποίηση θα πρέπει να γίνει κυρίως μέσω παραχωρήσεων.

Οι επιλογές μέσα σε αυτές τις συνθήκες όριζαν την πώληση του 23% των μετοχών των ΟΛΠ και ΟΛΘ και την αξιοποίηση της περιουσίας τους μέσω συμβάσεων παραχωρήσεων. Η πώληση του 67% των μετοχών των δύο οργανισμών αποτελεί μονομερή απόφαση της κυβέρνησης και του ΤΑΙΠΕΔ.

Η λύση της πώλησης του συνόλου των μετοχών της λιμενικής εταιρείας σε ιδιώτη δεν εφαρμόζεται πλέον πουθενά, όχι μόνο σε ευρωπαϊκά λιμάνια αλλά και παγκοσμίως. Το αξίωμα ότι στα λιμάνια πρέπει να αποκλείεται το σχήμα του (κρατικού ή ιδιωτικού) μονοπωλίου ισχύει παγκοσμίως. Ούτε το πέρασμα από το κρατικό μονοπώλιο στο ιδιωτικό θεωρείται μεταρρύθμιση στον τομέα.

Αυτά συνδέονται και με τον υπό έγκριση ευρωπαϊκό κανονισμό για την αγορά των λιμενικών υπηρεσιών. Έχουν ήδη διαμορφωθεί και υπάρχει συμβιβασμός μεταξύ των αντίθετων και αντικρουόμενων συμφερόντων ανάμεσα στα «λόμπι» που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για το θέμα, όπως λιμενικές αρχές (ESPO), ιδιωτικοί φορείς εκμετάλλευσης τερματικών σταθμών (FEPORT), πλοιοκτήτες (ECSA) και μεγάλες εταιρείες πλοίων- γραμμών. Όπως και να έχει, όμως, το νομοθετικό κείμενο4  (COM (2013) 296) παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, διότι καταγράφει την πολιτική βούληση της Κομισιόν στο θέμα της «απελευθέρωσης των λιμενικών υπηρεσιών».

Δεν δικαιολογείται να έχει υποστεί τόσα η ελληνική οικονομία και στην κρίσιμη αυτή περίοδο να μην υπάρχει διατυπωμένος και στη συνέχεια συμπεφωνημένος εθνικός λιμενικός σχεδιασμός. Ο μόνος εθνικός σχεδιασμός που μπορεί να υπάρξει είναι ο ευρωπαϊκός, που δεν μπορεί και δεν πρέπει κανείς να αγνοήσει. Στην προκειμένη περίπτωση η κυβέρνηση εξάντλησε όλο το αντιευρωπαϊκό της ταμπεραμέντο. Το ευρωπαϊκό μοντέλο λειτουργίας της λιμενικής βιομηχανίας αποτελεί το μόνο πρότυπο προς το οποίο θα έπρεπε να προσαρμοσθεί η μεταρρύθμιση του λιμενικού συστήματος στη χώρα μας. Τα λιμάνια δεν μπορούν παρά να λειτουργήσουν σε μια ανταγωνιστική αγορά, όμως με προσδιορισμένο περιβάλλον και ρυθμιστικές αρχές. Έτσι, η κοινωνία και η οικονομία θα έχουν την ωφέλεια από αυτές τις μηχανές ανάπτυξης. Στη χώρα μας, σκόπιμα ή όχι, ενώ η Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων (ΡΑΛ) ψηφίστηκε με το νόμο επί υπουργίας Κωστή Μουσουρούλη, μόλις πρόσφατα ακούσαμε για την έναρξη στελέχωσης και λειτουργίας της. Στον ίδιο νόμο προβλέπεται η δημιουργία των Περιφερειακών Λιμενικών Συστημάτων, όπου στο Αττικό Λιμενικό Σύστημα συγχωνεύονται υπό τον ΟΛΠ το Λαύριο, η Ελευσίνα και η Ραφήνα, και στο Βόρειο Λιμενικό Σύστημα συγχωνεύονται, υπό τον ΟΛΘ, η Αλεξανδρούπολη, η Καβάλα κ.λπ. Ας σκεφτεί κανείς, εφόσον ισχύσει αυτός ο νόμος, τι μπορεί να συμβεί με αυτού του είδους την ιδιωτικοποίηση που χωρίς γνώση και σχέδιο επιχειρείται.

Ευθύνες ΤΑΙΠΕΔ, κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης

Απ’ ό,τι φαίνεται ούτε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2015 θα υπάρχουν εξελίξεις στα δύο λιμάνια. Αν είχαν ακολουθήσει την επιλογή για συμβάσεις παραχωρήσεων, θα είχε ήδη προχωρήσει η διαδικασία στον ΟΛΘ όπως και σε άλλα τμήματα του ΟΛΠ εφόσον το επέλεγαν (car terminal κ.λπ.), και θα είχαν ετοιμαστεί να ακολουθήσουν παραχωρήσεις δικαιώματος χρήσης και λειτουργίας διαχείρισης και εκμετάλλευσης των άλλων λιμένων, όπως αυτές που αναφέρει ήδη ο προϋπολογισμός που συζητείται αυτή την περίοδο στη Βουλή.

Ιστορικά, το μοντέλο της παραχώρησης λιμενικών δραστηριοτήτων -σχετικά πρόσφατο στη χώρα μας- υιοθετήθηκε ως δόκιμο μοντέλο για την ανάπτυξη των λιμένων. Με την υλοποίηση της παραχώρησης, εξασφαλίζονται ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές, χρηματοδοτήσεις των επενδύσεων χωρίς εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, προσελκύονται φορτία, επιτυγχάνονται αναπτυξιακοί και εισπρακτικοί στόχοι, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, ενισχύεται η τοπική και η εθνική οικονομία και, τέλος, εξυπηρετείται καλύτερα και οικονομικότερα ο καταναλωτής, ενώ δημιουργείται υπεραξία στον Οργανισμό. Αυτό το μοντέλο αντιπαρατίθεται δυναμικά τόσο απέναντι στον ιδεοληπτικό νεοφιλελευθερισμό της Νέας Δημοκρατίας, που επιλέγει την παράδοση του κάθε λιμένος ως σύνολον, στον ιδιωτικό τομέα, όσο και στον ανιστόρητο κρατισμό του ΣΥΡΙΖΑ, που επιλέγει την καθολική εξαίρεση του ιδιωτικού τομέα από το σύνολο της λιμενικής βιομηχανίας. «…Αυτή μας η επιλογή για τα μεγάλα λιμάνια αφορά όχι μόνο τη διατήρηση της δημόσιας ιδιοκτησίας των Οργανισμών Λιμένα αλλά και τη διατήρηση υπό δημόσιο έλεγχο του συνόλου των λειτουργιών τους…»5

Δεν είναι όμως μόνο οι ανορθολογικές επιλογές, αλλά και η άγνοια του τρόπου υποστήριξης και οργάνωσης των κυβερνητικών πολιτικών. Οι αρμόδιοι υπουργοί και το ΤΑΙΠΕΔ έχουν ευθύνη για την αδράνεια όλης αυτής της περιόδου. Ας μας πει κάποιος από το ΤΑΙΠΕΔ τι δουλειά έκαναν οι περισσότεροι από πέντε σύμβουλοι που προσέλαβε το Ταμείο με σκοπό να εκφέρουν γνώμη περί της αξιοποίησης των λιμένων. Όσο και να είναι δικαιολογημένο κάποιος να τρίβει τα μάτια του με το απίθανο αυτό αποτέλεσμα, δεν περιορίζεται η ευθύνη για όσους ανέθεσαν στο ΤΑΙΠΕΔ (!) την αρμοδιότητα να εκπονήσει επιχειρησιακό πρόγραμμα για την εθνική λιμενική οικονομία.

Γεγονός είναι ότι ο πολυσυζητημένος «Ποσειδώνας», δηλαδή το σχέδιο περί των λιμένων, παραμένει «στα βάθη των συρταριών» του συναρμόδιου κυβερνητικού επιτελείου χωρίς ουδείς να γνωρίζει, πλην ελαχίστων ίσως, τι πρότεινε.

Λεπτομέρεια που ίσως αποδειχθεί σημαντική για όσους θέλουν να εμβαθύνουν στο παρασκήνιο της (τετραετούς) προσπάθειας αξιοποίησης του ΟΛΠ, του ΟΛΘ και των άλλων λιμένων είναι πως το ΤΑΙΠΕΔ, στην προσπάθεια αξιοποίησης των λιμένων, συνεπικουρούσε ομάδα έξι συμβούλων. Το έργο του τεχνικού συμβούλου είχαν/έχουν η γερμανική HPC Hamburg Port Consulting GmbH και η Marnet Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία. Η HPC είναι θυγατρική του ομίλου Hamburger Hafen und Logistik AG που λειτουργεί το λιμάνι του Αμβούργου. Νομικοί σύμβουλοι είναι η, επίσης γερμανική, Freshfields Bruckhaus Deringer LLP επί θεμάτων αλλοδαπού και ευρωπαϊκού δικαίου και η δικηγορική εταιρεία «Αλεξίου-Κοσμόπουλος Εταιρεία Δικηγόροι» επί θεμάτων ελληνικού δικαίου. Χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι είναι η Morgan Stanley και η Τράπεζα Πειραιώς.

Βασική συμβολή τους ήταν η ιδέα για λύσεις τύπου «Master Concession», της λεγόμενης «μεγάλης παραχώρησης», δηλαδή της ενιαίας παραχώρησης όλου του λιμένα διά της διαθέσεως του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας του Οργανισμού Λιμένος. Εκτιμούμε, από ό,τι φαίνεται, πως στις εταιρείες αυτές δόθηκε εντολή να διατυπωθεί η έκθεση με σαφή κατεύθυνση τη διερεύνηση της συνολικής πώλησης των λιμένων. Και ως σωστοί επαγγελματίες, διαμόρφωσαν την έκθεση σύμφωνα με τις επιθυμίες του πελάτη τους.

Είναι προφανές πως, ιδιαιτέρως για τον ΟΛΠ, αναφερόμαστε σήμερα πλέον σε ένα τελείως διαφορετικό λιμάνι από αυτό που γνωρίζαμε το 2008 σε πολλά επίπεδα. Αυτό είναι εμφανές και από μια απλή καταγραφή των δράσεών του.

Ο ΟΛΠ μετά την παραχώρηση των προβλητών ΙΙ και ΙΙΙ του ΣΕΜΠΟ στην Cosco έχει μείνει μόνο με τον Προβλήτα Ι. Ήδη από τα τέλη του 2009 έχει αναπροσαρμοσθεί η στρατηγική του Οργανισμού, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης των αποτελεσμάτων της εταιρείας από τον τομέα αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική του ΟΛΠ έχει μερικώς επαναπροσδιοριστεί και κινείται στους άξονες της ενίσχυσης των τομέων διακίνησης οχημάτων και κρουαζιέρας.

Πολλοί, με προεξάρχουσα την αξιωματική αντιπολίτευση, αναφέρουν με αφορμή τη συζήτηση για τις διαδικαστικές διεκπεραιώσεις για τον φιλικό διακανονισμό μεταξύ ΟΛΠ και ΣΕΠ (Cosco) ότι η θετική εξέλιξη προμηνύει και την επιτυχή εξέλιξη της συνολικής πωλήσεως του ΟΛΠ. Θεωρούμε πως ο φιλικός διακανονισμός, που φαίνεται να ολοκληρώνεται τις τελευταίες ημέρες ως διαδικασία, δεν σχετίζεται άμεσα με τη διαδικασία πώλησης του 67%. Σύμφωνα με τη σχετική πρόσκληση ενδιαφέροντος, το ΤΑΙΠΕΔ θεωρεί ως σημείο εκκίνησης των προτάσεων που θα δεχθεί τα 250 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ταυτόχρονα προβλέπει ότι η εν λόγω διαδικασία θα εξελιχθεί σε τρεις φάσεις, στη διάρκεια των οποίων το Ταμείο θα έχει και το αποκλειστικό δικαίωμα να αλλάξει όρους της σχετικής σύμβασης διάθεσης. Σήμερα όμως με το διακανονισμό αυτόν, η καθαρά παρούσα αξία της νέας σύμβασης μεταξύ ΟΛΠ και ΣΕΠ αυξήθηκε από 498 εκατ. ευρώ στο επίπεδο μεταξύ 678 και 1.073 εκατ. ευρώ. Αντιλαμβάνεται ο καθείς τη δυναμικότητα αυτής της συμφωνίας.

O φιλικός διακανονισμός, λοιπόν, δεν είναι παρά μία «επιχειρηματική – επενδυτική σύμβαση παραχώρησης», η οποία θα επιφέρει σημαντικά έσοδα και κέρδη στον ΟΛΠ Α.Ε. και η οποία δεν έχει σχέση με την επιχειρούμενη πώληση του 67%  των μετοχών του Οργανισμού.

Στο διά ταύτα…

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οποιαδήποτε διαδικασία προϋποθέτει, πριν από όλα, την αναθεώρηση της σύμβασης παραχώρησης μεταξύ Δημοσίου και ΟΛΠ, που δεν έχει γίνει ακόμη και προφανώς θα αφορά την πρακτική για το σύνολο της λιμενικής ιδιοκτησίας, κάτι που στις παρούσες πολιτικές συνθήκες μάλλον αντενδείκνυται.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, συνοπτικά, προτείνουμε:

Άμεση αναστολή της β΄ φάσης πώλησης του 67% των μετοχών ΟΛΠ και ΟΛΘ από το ΤΑΙΠΕΔ.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ, καμία ενέργεια προώθησης της πώλησης από το ΤΑΙΠΕΔ.

Ουσιαστική ενεργοποίηση και λειτουργία της ΡΑΛ. Προφανώς και απαιτείται άμεση ενεργοποίηση της ΡΑΛ και σταδιακή μετατροπή της σε Ανεξάρτητη Αρχή.

Υλοποίηση του νόμου Μουσουρούλη σε ό,τι αφορά τη λιμενική βιομηχανία στη χώρα και προσαρμογή ή τροποποίηση του νόμου αυτού, με δημόσιο διάλογο και αυτοκριτική, στα σημεία που παρατύπως δεν υλοποιείται.

Να προχωρήσει με δημόσιο και διαφανή τρόπο η αναθεώρηση της σύμβασης παραχώρησης Ελληνικού Δημοσίου – Λιμένων (και εν προκειμένω με τον ΟΛΠ) και αυτή να γίνει προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης της αγοράς, αλλά με εμπλεκόμενο στρατηγικό «παίκτη» και το Δημόσιο εκτός από τους ιδιώτες επενδυτές.

Αταλάντευτη επιλογή η οργάνωση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στη λειτουργία, παραγωγή και οργάνωση της λιμενικής βιομηχανίας μέσω συμβάσεων παραχωρήσεων, σε αντίθεση με την επιλογή για πώληση του συνόλου της ιδιοκτησίας στον ιδιωτικό τομέα από τη μια ή την απόλυτη κρατική παρουσία από την άλλη.

Για την ενίσχυση των εσόδων του ΤΑΙΠΕΔ προτείνεται πώληση του 23% των μετοχών ΟΛΠ και ΟΛΘ, πώληση του 49% μετοχών από τους λοιπούς οργανισμούς και τιτλοποίηση του 50% των εσόδων τους.

Παραπομπές:

1)http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=26268&sw=1280)

2)(http://www.naftikachronika.gr/index.asp?pid=1&ArticleID=5269&lang=gr&cat=15

3) Το ιστορικό των Μνημονίων

Α. Μνημόνιο I (N. 3845/2010)

Στις διατάξεις του Ν. 3845/2010 εμπεριέχονται τα ακόλουθα:

«Το χαρτοφυλάκιο των λιμανιών θα αναδιοργανωθεί σε επί μέρους ομάδες, γεγονός που προϋποθέτει την ολοκλήρωση διαφόρων συγχωνεύσεων.

Σχετικά με τον ΟΛΠ σχεδιάζεται η πώληση ποσοστού 23,1% των μετοχών του».

Β. Μνημόνιο II (Ν. 3985/2011)

Στο Παράρτημα VI για το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων (σελ. 692, 722, 723 ΦΕΚ) οι κρατικές επιχειρήσεις διακρίνονται σε (α) πωλήσεις μεριδίων, (β) παραχωρήσεις και (γ) ακίνητη περιουσία. Στο σημείο 2012 Q 3 ο ΟΛΠ αναφέρεται ως Λιμάνι Πειραιώς στη στήλη «Παραχωρήσεις» και όχι «Πωλήσεις» με το σχόλιο «Προσδιορισμός κατάλληλης πολιτικής. Καθιέρωση ρυθμιστικών αρχών έως τον Σεπτέμβριο του 2012».

Γ. Μνημόνιο ΙΙΙ (Ν. 4093/2012)

Στο υποκεφάλαιο 6.3.2 με τίτλο «Θαλάσσιες δραστηριότητες στα λιμάνια» έχει συμπεριληφθεί η ακόλουθη πρόταση: «Σε ευθυγράμμιση με τη νέα λιμενική πολιτική και το οργανωτικό μοντέλο για τα λιμάνια, το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) καθορίζει μία συγκεκριμένη στρατηγική ιδιωτικοποίησης κυρίως μέσω παραχωρήσεων με στόχο την καλύτερη αξιοποίηση των λιμένων (Φεβρουάριος 2013)».

Στον πίνακα της σελ. 5633 ΦΕΚ του ίδιου νόμου (ΦΕΚ Α΄ 222/12.11.2012) αναγράφεται στη στήλη του έτους 2014 ως σημείο 7 «Αξιοποίηση ΟΛΠ, ΟΛΘ και περιφερειακών λιμένων» χωρίς αναγραφή πώλησης ποσοστού μετοχών, όπως γράφεται για π.χ. ΟΠΑΠ 33%, ΔΕΗ 17% ή της λέξης «πώληση» για άλλες επιχειρήσεις.

4) COM (2013) 296, http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM%3A2013%3A0296%3AFIN%3AEL%3APDF

5) http://left.gr/news/oi-protaseis-toy-syriza-gia-ti-naytilia