H Γερμανόφωνη ηγεσία εξακολουθεί να είναι υπέρμαχος της λανθασμένης αυτοκαταστροφικής πολιτικής της

H Γερμανόφωνη ηγεσία εξακολουθεί να είναι υπέρμαχος της λανθασμένης αυτοκαταστροφικής πολιτικής της

1
H Γερμανόφωνη ηγεσία εξακολουθεί να είναι υπέρμαχος της λανθασμένης αυτοκαταστροφικής πολιτικής της

Του Γ. Λογοθέτη, CFO Finance & Research George Moundreas Com. S.A.

 

  • Το Οικονομικό Περιβάλλον της Ναυτιλίας: Ο ΟΟΣΑ κάνει λόγο για ανάγκη χαλάρωσης της σκληρής λιτότητας στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.

 

Μόνο σαν «κλινική περίπτωση» μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση στην Ευρωζώνη, καθώς παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλέον επίσημος διεθνής οργανισμός ή οικονομολόγος που να μην την επικρίνει για την πολιτική της λιτότητας και να την προτρέπει για αλλαγή πολιτικής, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για την Παγκόσμια οικονομία, η Γερμανόφωνη ηγεσία της αγνοεί τα πάντα και τους πάντες και εξακολουθεί να είναι υπέρμαχος της λανθασμένης αυτοκαταστροφικής πολιτικής που έχει επιβάλλει.                           

Μόλις πριν λίγες ημέρες ο ΟΟΣΑ στη διεθνή οικονομική του έκθεση, ξεχώρισε την Ευρωζώνη και την ανέδειξε ως τη «Μαύρη Τρύπα» στην εύθραυστη εικόνα της Παγκόσμιας οικονομίας.

Σχολιάζοντας ότι η Ευρωζώνη συνιστά τεράστιο κίνδυνο για όλο τον κόσμο και η ίδια η θέση της θα επιδεινωθεί ακόμη παραπάνω αν υπάρξει αναταραχή στην Διεθνή οικονομία, ο ΟΟΣΑ προσκαλεί τους Ευρωπαίους ρυθμιστές να δράσουν αποφασιστικά σε όλα τα μέτωπα και συγκεκριμένα να λάβει ένα πακέτο μέτρων που θα περιλαμβάνει νομισματική στήριξη και χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.  Χαρακτηριστικά αναφέρει πως η ΕΚΤ πρέπει να επεκτείνει τις αγορές παγίων προχωρώντας σε αγορές κρατικών ομολόγων, όπως έχουν ήδη πράξει άλλες κεντρικές τράπεζες στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης.  Κάνει δε λόγο για ανάγκη χαλάρωσης της σκληρής λιτότητας στην περιφέρεια της Ευρωζώνης για να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, ενώ καλεί τις χώρες του πυρήνα σε περισσότερες επενδύσεις.                              

Τα αρνητικά αποτελέσματα της πολιτικής λιτότητας αντικατοπτρίζονται για άλλη μία φορά στα τελευταία οικονομικά στοιχεία με τον PMI μεταποίησης στην Ευρωζώνη να διαμορφώνεται στις 50,1 μονάδες.

Να υπενθυμίσουμε πως το όριο των 50 μονάδων είναι αυτό που καθορίζει αν μία οικονομία είναι σε ύφεση η ανάπτυξη και σίγουρα οι 50,1 μονάδες της Ευρωζώνης δεν σηματοδοτούν ανάπτυξη.

Σύμφωνα με την Markit, ο μεταποιητικός κλάδος έχει βρεθεί σε επίπεδα στασιμότητας από τον Αύγουστο, όμως τώρα φαίνεται για πρώτη φορά εδώ και ενάμιση χρόνο πως ο κλάδος στις 3 μεγαλύτερες οικονομίες, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία να συρρικνώνεται.

Όπως σημειώνεται, η Γερμανική μηχανή εξαγωγών έχει σταματήσει προκαλώντας την πιο απότομη μείωση των νέων παραγγελιών από το Δεκέμβριο του 2012 ενώ οι νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες επίσης υποχώρησαν τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία.    

Στις ΗΠΑ, η οικονομία αναπτύχθηκε ακόμη με πιο γρήγορο ρυθμό στο 3ο τρίμηνο από ότι ανακοινώθηκε προηγουμένως καθώς σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου το ΑΕΠ αναπτύχθηκε με ποσοστό 3,9% από τις αρχικές εκτιμήσεις του 3,5%.

Στα τελευταία 2 τρίμηνα το ΑΕΠ έχει αναπτυχθεί κατά 4,2% μέσο όρο που αποτελεί το ισχυρότερο ποσοστό από τα μέσα του 2003.

Στον αντίποδα, σύμφωνα με έρευνα της FED, ο στόχος του 2% για τον πληθωρισμό  θα επιτευχθεί προς τα τέλη του 2016, διευκρινίζοντας πως η πιθανότητα ενός χαμηλού πληθωρισμού έως το 2015 είναι διπλάσια της πιθανότητας αύξησης προβληματίζοντας έτσι την FED δεδομένης της πρόθεσης για αύξηση των επιτοκίων σύντομα.

Στην Κίνα, η Λαϊκή Τράπεζα, στον απόηχο των αρνητικών εξελίξεων για τον κλάδο μεταποίησης που βρίσκεται κοντά σε ύφεση και την συρρίκνωση των κερδών του βιομηχανικού τομέα τον Οκτώβριο κατά 2,1% σε ετήσια βάση, για πρώτη φορά από τον Ιούλιο του 2012 μείωσε τα επιτόκια καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης και του δανεισμού κατά 40 μονάδες.

Έως τώρα οι Κινέζοι δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τα επιτόκια για να ενισχύσουν την οικονομία, λόγω του φόβου για δημιουργία πιστωτικής φούσκας και η κίνηση αυτή επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της κυβέρνησης για επιβράδυνση της ανάπτυξης.