Η σκληρή στάση της Γερμανίας έχει επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα όχι μόνο...

Η σκληρή στάση της Γερμανίας έχει επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα όχι μόνο στο Νότο αλλά και στον σκληρό πυρήνα του Βορρά

2
Η σκληρή στάση της Γερμανίας έχει επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα όχι μόνο στο Νότο αλλά και στον σκληρό πυρήνα του Βορρά

Του Γ. Λογοθέτη, CFO Finance & Research George Moundreas Com. S.A.

Η ψηφοθηρία της Merkel, εν όψει των εκλογών στη Γερμανία στις 22 Σεπτεμβρίου, συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, διαλαλώντας στους ψηφοφόρους της ότι η πολιτική της λιτότητας που επιβάλει στην Ευρωζώνη είναι η απολύτως ενδεδειγμένη. 

Στην τελευταία της δήλωση για άλλη μια φορά τόνισε ότι το δίδαγμα της Ευρωπαϊκής κρίσης είναι ότι απαιτείται μείωση του δημοσίου χρέους και απρόσκοπτη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων ώστε το έλλειμμα και το χρέος να μην υπερβαίνουν το 3% και 60% του ΑΕΠ αντίστοιχα.                                                                                            

Σαν θεωρητική οικονομική αρχή, κανείς δεν θα διαφωνούσε με αυτή την τοποθέτηση, αλλά η πολιτική που εφαρμόστηκε, με την ταχύτητα που προσπάθησε να εφαρμοστεί, την ιδιαιτερότητα των χωρών της Ευρωζώνης, την έλλειψη των κατάλληλων εργαλείων για την ανάπτυξη και τη συνοχή των θεσμών προς αυτή την κατεύθυνση σε συνδυασμό με την ανυποχώρητη στάση της Γερμανίας που οραματίζεται μία Γερμανική Ευρώπη, έχει επιφέρει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα όχι μόνο στο Νότο αλλά και στον σκληρό πυρήνα του Βορρά.                                           

Και ενώ ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνεχίζει να βρίσκεται κάτω του επίσημου στόχου του 2%, τον Ιούνιο έκλεισε στο 1,6%, η οικονομία εμφάνισε συρρίκνωση για 6ο διαδοχικό τρίμηνο τους πρώτους 3 μήνες του 2013 με τη βιομηχανική παραγωγή το Μάιο μειωμένη 0,3% σε σχέση με τον Απρίλιο και 1,3% σε σχέση με το Μάιο του 2012. 

Η δε ανεργία έφτασε στο ιστορικό υψηλό του 12,2% από το 1995 όπου ξεκίνησε και η καταγραφή των στοιχείων.

Το ΔΝΤ εκτιμά συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,6% φέτος και «ανάκαμψη» 0,9% το 2014 ενώ ζήτησε από την ΕΚΤ να μειώσει τα επιτόκια και να χρησιμοποιήσει και άλλα εργαλεία για τη στήριξη του δανεισμού.               

Στη Γερμανία, οι εξαγωγές υποχώρησαν στα επίπεδα του 2009, πτώση 2,4% το Μάιο από τον Απρίλιο, και 4,8% σε ετήσια βάση, καθώς το 40% των εξαγωγών της απορροφούνται από την Ευρωζώνη όπου οι περισσότερες χώρες της βρίσκονται σε ύφεση.

Οι εξαγωγές σε μη Ευρωπαϊκές χώρες, έπεσαν κατά 1,6%, κυρίως λόγω της μείωσης από την Κίνα.

Η βιομηχανική παραγωγή τον ίδιο μήνα μειώθηκε κατά 1% και ο PMI μεταποίησης συρρικνώθηκε στις 48,6 μονάδες τον Ιούνιο από 49,4 τον Μάιο.                                                                                  

Η Fitch, υποβάθμισε τη Γαλλία σε AA+ και προβλέπει το χρέος στο 96% το 2014 αντί 94%, παραμένοντας στο 92% το 2017 ενώ προηγουμένως έδινε κάτω από το 90% για το 2017 με το ΑΕΠ στο -0,3 φέτος και αύξηση 0,7 το 2014. 

Αντίστοιχα η S&P υποβάθμισε την Ιταλία σε ΒΒΒ και το ΑΕΠ σε -1,9% από -1,4% προηγουμένως ενώ η ανεργία έφτασε στο 12,2% το υψηλότερο ποσοστό από το 1977.

Στις ΗΠΑ, ο Bernanke δήλωσε πως η οικονομία συνεχίζει να χρειάζεται χαμηλά επιτόκια και πως η ιδιαίτερα διευκολυντική νομισματική πολιτική για το ορατό μέλλον είναι αυτό που χρειάζεται, τονίζοντας πως η αύξηση του επιτοκίου δεν θα έρθει αυτόματα όταν η ανεργία φτάσει το 6,5% αλλά θα εξαρτηθεί από τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας.  

Στην Κίνα, ο υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι αναμένει ρυθμό ανάπτυξης 7% το 2013 όταν πριν 4 μήνες ο στόχος ήταν 7,5%, εκτιμώντας όμως ότι παρά την επιβράδυνση οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποδίδουν. 

Οι εξαγωγές της χώρας, τον Ιούνιο, υποχώρησαν κατά 1% σε μηνιαία βάση και 3,1% σε ετήσια και οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 0,7% σε σχέση με τον Μάιο αφού είχαν υποχωρήσει 0,3% το Μάιο.

Η BoJ, ανακοίνωσε ανάπτυξη 2,8% για το 2013, 1,3% για το 2014 και 1,5% για το 2015 με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 2% μέχρι το Μάρτιο του 2016 ενώ τα μέλη της Κεντρικής Τράπεζας ψήφισαν ομόφωνα στο να διατηρηθεί η βασική πολιτική αμετάβλητη διατηρώντας την αύξηση της κεφαλαιακής βάσης κατά 60 – 70 τρις. γιεν (600 – 700 δισ. δολαρίων) ετησίως.