Θέσπιση κανόνων για επιτήρηση θαλάσσιων συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Θέσπιση κανόνων για επιτήρηση θαλάσσιων συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6
Θέσπιση κανόνων για επιτήρηση θαλάσσιων συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αναδημοσιεύουμε την ενημέρωση του υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, Κωστή Μουσουρούλη, στα μέλη των  Eπιτροπών Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης, Παραγωγής & Εμπορίου και  Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, σχετικά με τη θέσπιση κανόνων για την επιτήρηση των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θα μου επιτρέψετε πριν αναφερθώ στην πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να σημειώσω ότι το θέμα των μεταναστευτικών ροών είναι ένα θέμα περίπλοκο, ευρωπαϊκό και σύνθετο.

Είναι περίπλοκο, ακριβώς, λόγω του χαρακτήρα του.

Είναι ευρωπαϊκό για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι, ότι, ως γνωστόν, τα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. είναι τα σύνορα που κυριάρχως ορίζουν τα κράτη – μέλη, αλλά και διότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι άνθρωποι που επιχειρούν να εισέλθουν παρανόμως σε ευρωπαϊκό έδαφος δεν έχουν ως τελικό προορισμό τη χώρα μας.

Επίσης, είναι σύνθετο ακριβώς λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού θαλάσσιου πεδίου. Το ελληνικό θαλάσσιο πεδίο είναι εκτεταμένο, 1.150.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με 9.000 νησιά και βραχονησίδες, καθώς και 18.400 χιλιόμετρα ακτογραμμής. Είναι, επίσης, πολυσύχναστο διότι αποτελεί το θαλάσσιο σταυροδρόμι τριών ηπείρων ενώ μεταβάλλεται πολύ δυναμικά ακριβώς λόγω του ότι στα σύνορα μας υπάρχουν χώρες που έχουν ιδιαίτερα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, κατά βάση  ρευστά. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου κινούμεθα για να αντιμετωπίσουμε το δύσκολο αυτό πρόβλημα.

Θέλω να αναφέρω επίσης τους τέσσερις βασικούς άξονες, της στρατηγικής που έχουμε σχεδιάσει και εφαρμόζουμε, σε ό,τι αφορά στη διαχείριση των παράνομων μεταναστευτικών ροών, κυρίως στο θαλάσσιο πεδίο του ανατολικού Αιγαίου.

Ο πρώτος πυλώνας είναι η επιτήρηση και ο έγκαιρος εντοπισμός των λαθρεμπορικών σκαφών. Να κάνουμε επίσης τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «επιτήρηση» μ και «διαχείριση» μεταναστευτικών ροών. Στο θέμα της επιτήρησης: έχουμε διαθέσει ικανό αριθμό πλωτών, χερσαίων και εναέριων μέσων. Παράλληλα έχουμε αναπτύξει σύστημα επιτήρησης, γιατί το πιο βασικό είναι ότι τα μέσα και το ανθρώπινο δυναμικό θα πρέπει να ενεργούν με επίγνωση της θαλάσσιας κατάστασης, δηλαδή να γνωρίζουν εγκαίρως ώστε να έχουν την δυνατότητα να αντιδρούν άμεσα.

Ο δεύτερος πυλώνας της στρατηγικής μας είναι η απόκτηση σύγχρονου εξοπλισμού και η εκπαίδευση των στελεχών. Αυτό δεν είναι απλώς ένας στόχος για την πρόληψη και  την εξιχνίαση των εγκλημάτων, αλλά είναι πολύ σημαντικός για τη λήψη ορθών στρατηγικών και επιχειρησιακών αποφάσεων. Η πληροφόρηση είναι το «Α και το Ω» σε αυτή την προσπάθεια, γιατί, εκτός από το στρατηγικό και το επιχειρησιακό θέμα, επιτρέπει μια ποιοτική ανάλυση κινδύνων.

Ο τρίτος πυλώνας είναι η ενίσχυση και η προώθηση της συνεργασίας με την Ε.Ε., κυρίως μέσω του Frontex, αλλά και σε περιφερειακό ή και διμερές επίπεδο. Σε ό,τι αφορά στη συνεργασία με τον Frontex, θέλω να πω ότι αυτή αναπτύσσεται από το 2008 σε περιοχές του ανατολικού Αιγαίου με βάση την προσέγγιση της ζώνης και όχι του ευρύτερου θαλάσσιου πεδίου, ενώ από το 2012 έχει επεκταθεί στην Κρήτη και στο Ιόνιο. Είναι μια επιχείρηση που συνεχίζεται με τη χρηματοδότηση των Κρατών – Μελών και ενισχύεται όλο και περισσότερο. Η παρουσία του Frontex, πέρα από αυτά που προανέφερα, αποτελεί δείγμα του πόσο αποδοτική μπορεί να είναι η συνεργασία, ειδικά στην νότιο-ανατολική Μεσόγειο, τόσο στο θέμα της κοινής διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, όσο και της ενότητας των ευθυνών. Χωρίς την ενότητα της ευθύνης δεν υπάρχει περίπτωση να έχουμε συνολική διαχείριση των συνόρων, ούτε και ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας. Ξέρετε πόσο σημαντικό είναι το να εκπαιδεύονται ξένα πληρώματα στις ιδιαίτερες συνθήκες που παρουσιάζει το ανατολικό Αιγαίο, όχι μόνο ως προς το είδος του θαλάσσιου πεδίου, όσο και ως προς την έκταση του.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι η διακλαδική συνεργασία, σε εθνικό επίπεδο. Πέρα από το αυτονόητο των συνεργιών, υπάρχει και η υποχρέωση δημιουργίας του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου. Πρόκειται για  μια δεσμευτική υποχρέωση για όλα τα κράτη – μέλη. Εκτός από τη σύσταση υπάρχει υποχρέωση για συνεργασία μεταξύ των Εθνικών Συντονιστικών Κέντρων όλων των κρατών – μελών. Έχει αποφασιστεί ότι η έδρα του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου θα είναι στον Πειραιά και θα συμμετέχουν στελέχη όλων των κλάδων που εμπλέκονται.

Να αναφέρω επίσης ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων που χρηματοδοτεί την υλοποίηση της στρατηγικής και κυρίως τους πυλώνες που έχουν να κάνουν με τον εξοπλισμό. Ανάλογη σημασία έχει και το διάδοχο ταμείο εσωτερικής ασφάλειας που θα ενεργοποιηθεί κατά την περίοδο 2014-2020.

Κλείνοντας την εισήγηση αυτή, να σας πω ότι πολύ μεγάλη σημασία έχουν και οι δράσεις εκτός του Λιμενικού Σώματος. Θα αναφέρω καταρχήν τη λειτουργία των χώρων πρώτης υποδοχής και κράτησης στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Έχουμε ήδη σε λειτουργία τέτοια κέντρα στη Χίο και τη Σάμο, ενώ υπάρχει προετοιμασία και για τη Λέσβο. Επίσης, υπάρχει και η λειτουργία της υπηρεσίας ασύλου και τέλος, η ενεργοποίηση, αλλά και η συστηματοποίηση των επιστροφών με τη συγχρηματοδότηση του Ταμείου Επιστροφών της Ε.Ε., το οποίο είναι το ενδεδειγμένο ταμείο για να καλύψει τα κόστη επιστροφής των παρανόμως εισελθέντων υπηκόων τρίτων χωρών στη χώρα μας.

Έρχομαι στην πρόταση Κανονισμού. Όπως ειπώθηκε από τον Πρόεδρο, η πρόταση προωθήθηκε σε αντικατάσταση προηγούμενης απόφασης του Συμβουλίου – πρόκειται για την απόφαση 2010/252- η οποία θέσπιζε κανόνες και έδινε κατευθυντήριες οδηγίες για κοινές θαλάσσιες επιχειρήσεις. Η απόφαση αυτή, για λόγους διαδικαστικούς, είχε ακυρωθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατόπιν προσφυγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαφώνησε κατά πόσο μπορούν τέτοιου είδους κανόνες να θεσπίζονται με τη διαδικασία της επιτροπολογίας και όχι με τη συνήθη διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην Ε.Ε..

Να σταθώ εδώ και να υπογραμμίσω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε την ουσία της απόφασης, αλλά προσπάθησε μέσα από αυτή τη διεργασία να συμπληρώσει Κανονισμό με ορισμένες άλλες πτυχές, τις οποίες θα τις παρουσιάσω αμέσως για να προχωρήσουμε και τη συζήτησή μας.

Να δούμε καταρχήν ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ της απόφασης και της πρότασης κανονισμού. Επιγραμματικά, η αφετηρία είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση «Χιρσί Τζαμά» κατά της Ιταλίας. Ήταν το έναυσμα για να προχωρήσει η Ε.Ε. σε ένα κανονισμό δεσμευτικό για τα κράτη-μέλη. Η απόφαση «Χιρσί Τζαμά» αφορούσε σε θέματα αποβίβασης συλληφθέντων ή διασωθέντων σε τρίτες χώρες, στις υποχρεώσεις των κρατών-μελών απέναντι στα πρόσωπα αυτά και, τέλος, στις σχέσεις των κρατών-μελών με τρίτες χώρες.

Όπως είπα και πριν ο κανονισμός είναι δεσμευτικός και απευθύνεται σε όλα τα κράτη-μέλη, ενώ η απόφαση, θυμίζω, θέσπιζε κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές. Αυτή είναι η πρώτη διαφορά.

Η δεύτερη είναι ότι ο κανονισμός καλύπτει την ευρύτερη έννοια της επιτήρησης των συνόρων, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στον κώδικα συνόρων Σένγκεν. Δηλαδή, δεν περιορίζεται μόνο στον εντοπισμό εκείνων που προσπαθούν να εισέλθουν παρανόμως στα σύνορα, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα μέτρα, όπως η σύλληψη ή άλλες ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση περιστατικών έρευνας και διάσωσης που ίσως να ανακύψουν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, για παράδειγμα, στο θαλάσσιο χώρο όπου επιχειρεί το Λιμενικό Σώμα.

Η τρίτη διαφορά είναι η διάκριση στην οποία προβαίνει ο κανονισμός μεταξύ του εντοπισμού, της σύλληψης και της διάσωσης. Σε ό,τι αφορά τη σύλληψη, γίνεται διάκριση μεταξύ των μέτρων στα χωρικά ύδατα, την ανοιχτή θάλασσα και τη συνορεύουσα ζώνη.

Η τέταρτη διαφορά είναι ότι ο κανονισμός παραμένει μεν συναφής σε σχέση με την απόφαση σε περιστατικά έρευνας και διάσωσης, αλλά η διατύπωση του  είναι ευθυγραμμισμένη με τις διατυπώσεις που περιλαμβάνονται στη διεθνή σύμβαση για τη ναυτική και έρευνα και διάσωση του 1979.

Πέμπτη διαφορά είναι ότι ο κανονισμός ασχολείται με την αποβίβαση των παράνομων μεταναστών από άποψη σύλληψης και διάσωσης. Προβλέπει, δηλαδή, ότι όταν η σύλληψη γίνεται στα χωρικά ύδατα ή στη συνορεύουσα ζώνη, η αποβίβαση πραγματοποιείται στο παράκτιο κράτος-μέλος, αλλά όταν γίνεται στην ανοικτή θάλασσα, η αποβίβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί στην τρίτη χώρα, από την οποία αναχώρησε παρανόμως το πλοίο.

Η έκτη διαφορά είναι ότι για την αποβίβαση μετά από μια επιχείρηση διάσωσης, γίνεται αναφορά στην έννοια του «ασφαλούς τόπου». Ο «ασφαλής τόπος» ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του IMO, του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας και αφορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζονται τα κράτη τους διασωθέντες στη θάλασσα. Με δύο λόγια υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να συνεργάζονται με το κέντρο συντονισμού διάσωσης και να υποδεικνύουν τον καταλληλότερο λιμένα, έτσι ώστε να γίνεται η αποβίβαση με ασφάλεια.

Η έβδομη και τελευταία διαφορά λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι και οι αεροναυτικές μονάδες θα ενεργούν υπό το συντονισμό του κέντρου διάσωσης, το οποίο, εκείνο, θα καθορίζει ποιος είναι ο κατάλληλος λιμένας.

Η συζήτηση κατ’ άρθρο του σχεδίου κανονισμού ξεκίνησε στην ομάδα εργασίας «Σύνορα» του Συμβουλίου, η οποία συνεδρίασε στις 28 Μαΐου.

Σε αυτή συνεδρίαση η χώρα μας διατύπωσε ήδη τον προβληματισμό της. Πρώτα απ’ όλα, επισήμανε το δεσμευτικό χαρακτήρα του κανονισμού σε σχέση με την απόφαση που αφορά σε μη δεσμευτικούς κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές και επισήμανε τα εξής:

Πρώτον, ότι οι προτεινόμενες προς εφαρμογή διαδικασίες ελέγχου και ανάσχεσης ήδη -δεν χρειάζεται δηλαδή κανονισμός- περιγράφονται και ρυθμίζονται επαρκώς στις επιχειρησιακές διαταγές που εκδίδει ο Frontex.

Δεύτερον ότι ο κανονισμός ακολουθεί μια μονοδιάστατη προσέγγιση, καθιστώντας ως επίκεντρο της συζήτησης το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – και αυτό δεν το λέω αρνητικά- χωρίς να λαμβάνει υπόψη παράγοντες, όπως το διεθνές δίκαιο -ήδη αναφέρθηκα- αλλά και την εφαρμοζόμενη πρακτική σε θέματα έρευνας και διάσωσης. Και εδώ είναι αυτονόητο να τονίσουμε  τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα του θαλάσσιου επιχειρησιακού πεδίου, του ελληνικού, αλλά και τις ειδικές συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώνονται τα διάφορα περιστατικά που, σημειωτέον, δεν μοιάζουν όλα μεταξύ τους. Να σημειωθεί επίσης ότι οι ροές προς τη χώρα μας είναι μικτές.

Αναφέραμε επίσηςστην ομάδα εργασίας ότι δεν θα πρέπει να βιαστούμε κατά τη νομοτεχνική επεξεργασία του κανονισμού, , για το λόγο ότι η απόφαση που έχει προσβληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εξακολουθεί να ισχύει. 

Η στάση μας είναι πάντως εποικοδομητική. Θέλουμε όμως να προχωρήσει η συζήτηση και  όλα τα κράτη – μέλη να επιδείξουν υπεύθυνη στάση, ώστε να διαμορφωθεί κείμενο που θα διευκολύνει και θα ενθαρρύνει αυτό που υπογράμμισε και ο Πρόεδρος, τη διεξαγωγή μικτών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων του Frontex. Προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε.

Να σας πω επίσης δύο λόγια για τις θέσεις που διατύπωσαν οι άλλες χώρες.

Η Γαλλία εξέφρασε τον προβληματισμό της για τη δεσμευτικότητα της πρότασης, αλλά και για τη νομική της συνάφεια με τις απαιτήσεις της διεθνούς νομοθεσίας σε θέματα έρευνας και διάσωσης.

Η Ισπανία χαρακτήρισε την πρόταση πολυσύνθετο και περίπλοκο νομοθετικό κείμενο και διατύπωσε την ανησυχία της για πιθανές δικαστικές επιπτώσεις, οι οποίες ενδεχομένως να είναι αντίθετες με το διεθνές δίκαιο.

Η Ιταλία συμφώνησε με εμάς και την Ισπανία, επισημαίνοντας ότι η πρόταση είναι περίπλοκη, δηλαδή, οι διαδικασίες της είναι περίπλοκες, πρωτίστως όσον αφορά το θέμα της αποβίβασης και δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην ανοιχτή θάλασσα. Να κάνω μια παρένθεση για να πω ότι οι διαφορές μας σε σχέση με τις χώρες που προανέφερα είναι ότι τα ύδατα σε περιοχές του Αιγαίου  δεν είναι διεθνή. Τα μοιραζόμαστε δηλαδή με τη γείτονα χώρα χωρίς να είναι διεθνή.

Η Μάλτα και η Πορτογαλία ήταν και εκείνες επικριτικές με την πρόταση αλλά προέταξαν πάνω απ’ όλα τη συνάφειά  της με το Διεθνές Δίκαιο.

Πάμε τώρα στο πλέγμα των χωρών οι οποίες ήταν θετικές προς την πρόταση, τονίζοντας την αναγκαιότητα για κοινούς κανόνες και διαδικασίες που θα διέπουν τις κοινές επιχειρήσεις του Frontex – θυμίζω χωρίς να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ επιτήρησης και διαχείρισης και χωρίς να έχουν υπόψη τους το θέμα των ιδιαιτεροτήτων του θαλάσσιου πεδίου. Οι χώρες αυτές πάνω απ’ όλα υπογράμμισαν τη σπουδαιότητα της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πρόκειται για την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Φιλανδία, τη Σλοβενία, το Βέλγιο, τη Δανία και τη  Γερμανία. Αν μου επιτρέπετε ένα σχόλιο. Γεωγραφικά, οι χώρες αυτές είναι πολύ μακριά από το πρόβλημα, ενώ τα θαλάσσιά τους σύνορα δεν δέχονται τις πιέσεις που δέχονται τα δικά μας.

Τέλος, επειδή δεν κατατέθηκαν παρατηρήσεις από άλλα κράτη – μέλη πέραν αυτών που προανέφερα, η Προεδρία δήλωσε ότι θα επανέλθει στην κατ’ άρθρον συζήτηση της Πρότασης του Κανονισμού, ζήτησε δε από τα κράτη – μέλη γραπτά σχόλια μέχρι τις 26 Ιουνίου. Εμείς ως Υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου με το Λιμενικό Σώμα, θα επεξεργαστούμε τις προτάσεις μας αφού καταγράψουμε τις δικές σας απόψεις. Βεβαίως, θα είναι προς όφελος της όλης συζήτησης η επαφή του Εθνικού Κοινοβουλίου με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου να γίνουν και εκεί οι αντίστοιχες συζητήσεις.

Συνοψίζω τις θέσεις μας.

Διατηρούμε γενική επιφύλαξη για τη σκοπιμότητα μεταφοράς του κειμένου της Απόφασης σε Κανονισμό.

Θεωρούμε ότι το πεδίο εφαρμογής των κανόνων που διέπουν την επιτήρηση των εξωτερικών θαλασσίων συνόρων θα πρέπει να παραμείνει αποκλειστικά εστιασμένο στις μικτές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που κάνει ο Frontex χωρίς επέκταση σε εθνικά μέτρα επιτήρησης.

Πιστεύουμε ότι κάθε προσπάθεια κοινοτικής ρύθμισης θεμάτων έρευνας και διάσωσης πρέπει να παραπέμπεται στις οικείες διατάξεις των Διεθνών Συμβάσεων και εδώ, όπως σας είπα και πριν, πολλές χώρες συμφώνησαν μαζί μας. Διαφορετικά, αν δεν γίνει αυτό, με το άρθρο 9 της Πρότασης Κανονισμού, όλα τα περιστατικά παράνομης μετανάστευσης θα μετατρέπονται αυτόματα σε περιστατικά έρευνας και διάσωσης. Αυτό είναι αντιληπτό ότι θα έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για την απόδοση ευθυνών στις επιχειρησιακές μονάδες, όσο και στα κέντρα συντονισμού αν και εφόσον υπάρξουν αρνητικές εξελίξεις σε κάποιο περιστατικό.

Θέλω επίσης να υπογραμμίσω, ως πολιτικός προϊστάμενος του Λιμενικού Σώματος, ότι τα πληρώματα δεν μπορούν να επιφορτιστούν με άλλα καθήκοντα πλην των δύο βασικών καθηκόντων που ήδη έχουν, της προστασίας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα και της ίδιας της δικής τους ασφάλειας. Να αναφέρω επίσης ότι δεν μπορούν να προσφέρουν άλλου είδους υπηρεσίες επί του πλοίου.

Τέλος, θεωρούμε ότι στην πρόταση Κανονισμού θα πρέπει να λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη το περιβάλλον στο οποίο επιχειρεί ένα κράτος – μέλος. Όπως σας είπα και στην αρχή, το δικό μας θαλάσσιο πεδίο είναι πολυσύχναστο και  εκτεταμένο,  έχει δηλαδή ιδιαιτερότητες που όλοι γνωρίζουμε και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω.

Πιστεύω ότι η Ε.Ε. ευρισκόμενη σε μια πολύ κρίσιμη καμπή, με όλες τις σύνθετες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει και κυρίως τη μαζική ανεργία, την έξαρση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, θα πρέπει να έχει ως προτεραιότητα, πάνω απ’ όλα, την εξυπηρέτηση της ανάγκης για εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας στους πολίτες της. Αυτό είναι κοινή μας ευθύνη, ευθύνη και των ευρωπαϊκών ηγεσιών που πρέπει να τη μετατρέψουν σε πράξη.

Το αίσθημα ανασφάλειας, είναι σαφές, ότι απομακρύνει τις κοινωνίες από τις ευαισθησίες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενέχει δε τον κίνδυνο να απλωθεί το μαύρο πέπλο της ξενοφοβίας και του ρατσισμού πάνω στην ΄Ενωση. Αν θωρακίσουμε τα εξωτερικά μας σύνορα θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις προκλήσεις που, μην ξεχνάμε, δεν πρόκειται να τελειώσουν αφού το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης δεν πρόκειται να επιλυθεί. Είναι σαφές ότι όσο εντείνεται και βαθαίνει η κρίση στο πλανήτη, τόσο θα αυξάνονται οι πιέσεις διαρκώς.

Και κάτι ακόμη που έχουμε υπογραμμίσει και υπογραμμίζουμε σε κάθε ευκαιρία στους ξένους συνομιλητές μας: η κατανομή των οικονομικών βαρών και η  συλλογική ευθύνη και δράση είναι μονόδρομος για να εγγυηθούμε συλλογικά τα εξωτερικά μας σύνορα, με σεβασμό πάντα στις πολιτικές ελευθερίες και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η κλειστή πολιτική ορισμένων χωρών στο θέμα της υποδοχής προσφύγων και λαθρομεταναστών, κατά τη γνώμη μας, δεν βρίσκεται σε αρμονία με αυτή τη σκέψη.

Σας ευχαριστώ. Εάν κάποια ερώτηση συναδέλφου δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω, δεσμεύομαι να αποστείλω γραπτές απαντήσεις στον Πρόεδρο της Επιτροπής.