Παράνομη μετανάστευση, Schengen και εκδηλώσεις βίας

Παράνομη μετανάστευση, Schengen και εκδηλώσεις βίας

0
Παράνομη μετανάστευση, Schengen και  εκδηλώσεις βίας

Σας μεταφέρουμε ορισμένα στιγμιότυπα από τη συνέντευξη Τύπου του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Χρήστου Παπουτσή, σχετικά με τις πολιτικές εξελίξεις, την παράνομη μετανάστευση, τη συνθήκη Schengen και τις εκδηλώσεις βίας.

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Η οποία γίνεται γιατί  έχουμε τη Σύνοδο των Υπουργών της προηγούμενης εβδομάδος, όπου παρουσιάσαμε τον απολογισμό όσον αφορά στην εφαρμογή του σχεδίου δράσης για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, ένα χρόνο στο Υπουργείο.

Πέραν της θετικής αξιολόγησης που έτυχε η εφαρμογή του προγράμματός μας από το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγιναν ορισμένες επισημάνσεις για καθυστερήσεις, τις οποίες οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας και κυρίως να κινηθούμε με ταχύτητα. Κι όταν λέω να κινηθούμε, όχι μόνο το Υπουργείο, αλλά πρέπει να κινηθούν η Τοπική Αυτοδιοίκηση σε όλες τις περιοχές, η Περιφερειακή Διοίκηση και βεβαίως και οι τοπικές κοινωνίες.

Κι εδώ θέλω να παρακαλέσω ακριβώς για τη δική σας βοήθεια προκειμένου να μεταφέρουμε αυτό το μήνυμα προς τις τοπικές κοινωνίες.  Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος:

Ενώ υπήρξε πλήρης αναγνώριση από όλους για τη μεγάλη μεταρρύθμιση που πετύχαμε και την ολοκληρώσαμε στο νομοθετικό επίπεδο όσον αφορά τις Υπηρεσίες Ασύλου, τη δημιουργία των Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής και των Υπηρεσιών των Κέντρων Κράτησης, ενώ όλοι χαιρέτισαν το γεγονός ότι ήδη με την εφαρμογή των νέων διαδικασιών υπάρχει μία πρωτοφανής αύξηση του ποσοστού πρώτα απ’ όλα εξέτασης των αιτήσεων ασύλου αλλά και των αιτήσεων ασύλου που γίνονται αποδεκτές από το 0,5% που ήταν πέρυσι τέτοια εποχή στο 12,5% τώρα, παρ’ όλα αυτά δεχθήκαμε κριτική για δυο βασικά θέματα:

Πρώτον, γιατί δεν έχουμε ακόμα δημιουργήσει, δεν έχουμε ξεκινήσει τις διαδικασίες για τα καινούργια Κέντρα Κράτησης και Πρώτης Υποδοχής και δεύτερον, για τις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούν στα υπάρχοντα Κέντρα Κράτησης.

Γι’ αυτό το λόγο θεωρώ σκόπιμο τούτη την ώρα ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη διαδικασία μας, πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια, να στείλουμε ένα μήνυμα προς όλες τις τοπικές κοινωνίες οι οποίες με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο αντιδρούν για τη δημιουργία των Κέντρων Κράτησης και Πρώτης Υποδοχής, προς τα πολιτικά κόμματα τα οποία με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τοποθετούνται αρνητικά τα περισσότερα, στην προοπτική των Κέντρων Πρώτης Υποδοχής, όπως επίσης και προς τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις οι οποίες για διαφόρους λόγους η κάθε μία τοποθετούνται επίσης αρνητικά στη δημιουργία των Κέντρων Κράτησης και Πρώτης Υποδοχής.

Η νέα μεταρρύθμιση, μια μεταρρύθμιση που είναι απολύτως συμβατή προς τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, προς τις ευρωπαϊκές οδηγίες, τη  μεγάλη συζήτηση που διεξάγεται τώρα στην Ευρώπη για μια ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης και μια ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου, προϋποθέτει την ταχύτατη ολοκλήρωση ολόκληρου του πλέγματος, ολόκληρου του συστήματος που μπορεί να φέρει εις πέρας το σχεδιασμό για την πολιτική μετανάστευσης.

Εμείς έχουμε ένα δόγμα στο οποίο επιμένουμε: Όποιος έχει δικαίωμα ασύλου, θα το πάρει και θα το πάρει με ταχύτατους ρυθμούς. Όποιος δεν έχει δικαίωμα ασύλου και δεν έχει και άλλους λόγους να επιβεβαιώσει τη διαμονή του στην Ελλάδα, δηλαδή εργασία, πρόσκληση ή οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να φύγει από τη χώρα. Και πρέπει να φύγει μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπονται, δηλαδή είτε τις απελάσεις, είτε τους εθελοντικούς επαναπατρισμούς.

Αυτές οι δυο διαδικασίες δε μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, όπως δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά και η Υπηρεσία του Ασύλου εάν δε λειτουργεί ταυτόχρονα η Υπηρεσία των Κέντρων Κράτησης και Πρώτης Υποδοχής.

Τι σημαίνει αυτό: Σημαίνει ότι τα Κέντρα Πρώτης Υποδοχής είναι αυτά τα οποία πιστοποιούν, κάνουν τη διάγνωση εάν πρόκειται  περί αληθινών στοιχείων τα οποία δίνει ο μετανάστης και ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα στις Αρχές να κάνουν τη διάκριση εκείνων που δικαιούνται άσυλο, άρα να μπουν στη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία μας για την παροχή ασύλου, ή αν δε δικαιούνται, οπότε πρέπει να μπουν στη διαδικασία της κράτησης και της πρώτης υποδοχής.

Εάν δε λυθούν αυτά τα ζητήματα και αν αυτό το σύστημα δε λειτουργήσει ενιαία, δε θα έχουμε αποτέλεσμα. Και πιστεύω ότι όλοι μας θέλουμε να έχουμε αποτέλεσμα.

Πρώτα απ’ όλα, το θέλει η ελληνική κοινωνία η οποία δεν αντέχει πια τη συνεχιζόμενη μεταναστευτική πίεση, δεύτερον, το έχει ανάγκη η αντεγκληματική πολιτική μας γιατί καλώς ή κακώς η παρουσία των μεταναστών επηρεάζει τη  μικρή εγκληματικότητα σε μεγάλο βαθμό, και ιδιαίτερα των παράνομων μεταναστών που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Και τρίτον, έχουμε την υποχρέωση να υλοποιήσουμε το πρόγραμμα που έχουμε δεσμευτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο έχει εγκριθεί με  χρηματοδότηση περίπου 240 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία καθυστερούν ακριβώς λόγω του ότι υπάρχουν τοπικές αντιδράσεις.

Επιμένω σ’ αυτό, αυτό είναι το μήνυμα, αυτή είναι η παράκλησή μου προς εσάς. Θα απευθυνθούμε προσωπικά και προς τους συναδέλφους στη Βουλή, τους Βουλευτές όλων των κομμάτων από τις διάφορες περιοχές της χώρας, θ’ απευθυνθούμε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα δώσουμε όποιες εξηγήσεις χρειάζονται, αλλά εάν δεν επικρατήσει η αλήθεια, αν δε διαλύσουμε τους φόβους, αν δεν ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και αν δεν υποστηρίξουμε αυτή  την εθνική υπόθεση, δε θα μπορέσουμε να πετύχουμε και το θέτω ενώπιον όλων.

Δεύτερον, θέλω να σας πω ότι αυτό δεν είναι μια υπόθεση η οποία ξεκίνησε επειδή έχουμε κάποια ιδεολογική αγκύλωση επί του θέματος. Ξεκίνησε διότι έχουμε υποχρέωση. Κι έχουμε υποχρέωση διότι το 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ξεκίνησε τη διαδικασία επί παραβάσει εις βάρος της χώρας μας.

Έκτοτε η Ελλάδα πήρε την πρωτοβουλία, διαμόρφωσε το εθνικό σχέδιο δράσης, υπήρξε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγκριση από το Συμβούλιο και υλοποιούμε αυτό το Πρόγραμμα Δράσης. Όμως η υλοποίησή του δε θα πραγματοποιηθεί στο τέλος εάν δεν έχουμε ταχύτατα κάμψει τις αντιστάσεις οι οποίες εμφανίζονται με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, κυρίως στις τοπικές κοινωνίες και αν δεν έχουμε ξεφύγει από τις αγκυλώσεις και την υποκρισία ορισμένων πολιτικών χώρων, οι οποίοι άλλα λένε, άλλα εννοούν και άλλα επιδιώκουν.

Από την άποψη λοιπόν αυτή θέλω να παρακαλέσω και να ζητήσω την πλήρη υποστήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών για την επιτυχία ενός σχεδίου το οποίο είναι συνολικό, αφορά το σύνολο της χώρας μας, έχει εθνική σημασία και επιπλέον, έχει άμεση σχέση με τη θέση της χώρας μας στο χώρο του Σένγκεν.

Κι έρχομαι στο δεύτερο θέμα: Η πολιτική γύρω από το Σένγκεν, είναι μια πολιτική η οποία αφορά τον 3ο πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη διαμόρφωση ενός πεδίου εσωτερικής ασφάλειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα μας έχει υποχρέωση να υλοποιήσει ορισμένες από τις αρχές οι οποίες έχουν συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όταν ήρθαμε πέρυσι, τέτοια εποχή περίπου, στο Υπουργείο, ο συνάδελφός μου Μανόλης Όθωνας και εγώ, βρήκαμε ταυτόχρονα στα έγγραφα τα οποία παραλάβαμε κι ένα τηλεγράφημα από τον Πρέσβη της χώρας μας, τον εκπρόσωπό μας, τη μόνιμη ελληνική αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες, τον κ. Σωτηρόπουλο, ο οποίος ενημέρωνε την Κυβέρνηση ότι έχουν αρχίσει οι συζητήσεις για την αποβολή της χώρας μας από τη συνθήκη Σένγκεν.

Η κινητοποίησή μας ήταν άμεση. Δραστηριοποιηθήκαμε αμέσως, με ταχύτατους ρυθμούς, σε συνεργασία με όλους τους εμπλεκομένους φορείς, κυρίως την Ελληνική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα, διαμορφώσαμε  όλες τις προϋποθέσεις που χρειάζονται, διαμορφώσαμε το νέο όργανο που είναι διακλαδικό, στο οποίο προΐσταται ο Υποναύαρχος, ο κ. Μπαντιάς για την πολιτική της χώρας μας, για τους διασυνοριακούς ελέγχους στα πλαίσια του Σένγκεν. Το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας του Υπουργείου ανέλαβε την εκπόνηση μιας μελέτης για τη διαμόρφωση ενός Εθνικού Κέντρου Επιτήρησης των Συνόρων όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία και την ευρωπαϊκή πρακτική και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Κινούμαστε και εδώ με ταχύτατους ρυθμούς. Ταυτόχρονα όμως, η Ελλάδα δέχεται τις μεταναστευτικές πιέσεις από τη μια πλευρά και από την άλλη λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της απελευθερωμένης αγοράς, της απελευθέρωσης των αγορών και των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τι συμβαίνει; Μετά την απελευθέρωση των αεροπορικών μεταφορών και την άδεια που έχουν οι εταιρείες low cost, χαμηλού κόστους, να λειτουργούν ακόμα και στα μικρά νησιά έχουν δημιουργηθεί πολλοί καινούριοι δρόμοι για να φεύγουν χωρίς πολλούς ελέγχους οι μετανάστες προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υποχρέωσή μας ήταν μια ακόμα επιβαρυντική πράξη για την ελληνική αστυνομία, αλλά και για το λιμενικό σώμα, ιδιαίτερα στις περιοχές που θέλαμε να αναπτύξουμε και την κρουαζιέρα.

Έτσι, όλο αυτό το καλοκαίρι είχαμε αύξηση των δυνάμεων στα περιφερειακά αεροδρόμια, είχαμε πολλές μεγάλες επιτυχίες, αλλά ταυτόχρονα όμως και μια πολύ μεγάλη επιβάρυνση σε κόστος και απασχόληση προσωπικού.

Οι εξετάσεις μας από τις επιτροπές Σένγκεν ήταν θετικές. Υπό την έννοια ότι, όπως ξέρετε υπάρχει αξιολόγηση των συνοριακών ελέγχων σε διαρκή και μόνιμη βάση.

Χαρακτηριστικά όμως, παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις Ηγουμενίτσας και Πατρών. Τα λέω αυτά γιατί πρέπει να διαλύσουμε μια σύγχυση πάλι.

Ορισμένοι λένε και υπάρχουν δυστυχώς και ορισμένα κόμματα, τα οποία λένε «μα γιατί δεν επιτρέπετε στους μετανάστες να φύγουν, να πάνε στην Ευρώπη;». Και κόμματα από τις ακραίες πλευρές του πολιτικού φάσματος του τόπου και τις δύο πλευρές, όχι μόνο από τη μία, είναι δυστυχώς και από τις δύο.

Αυτή όμως, η επιλογή, δυστυχώς, «πιάνει» εύκολα στον κόσμο. Ακούω και ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες μάλιστα αγωνίζονται υπέρ των δικαιωμάτων των ανθρώπων και γενικότερα και ειδικότερα των μεταναστών, οι οποίοι λένε «ανοίξτε τα σύνορα να φύγουν, να πάνε στην Ευρώπη». Αυτή η επιλογή η οποία οδηγεί την Ελλάδα έξω από τη συνθήκη Σένγκεν, οδηγεί στην αποβολή της Ελλάδας από το Σένγκεν.

Όσον αφορά σε Ηγουμενίτσα και Πάτρα, εδώ ήταν μια αντίφαση ευρωπαϊκή, την οποία επισημάναμε. Η Ελλάδα κάνει αυστηρούς ελέγχους, στο πλαίσιο των κανονισμών, στα λιμάνια Πάτρας και Ηγουμενίτσας.

Έρχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ασκεί κριτική στην Ελλάδα, γιατί κάνει αυστηρούς ελέγχους στα λιμάνια επιτόπου στην Πάτρα και στην Ηγουμενίτσα, διότι παραβιάζονται οι κανόνες της ελεύθερης διακίνησης των πολιτών στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς.

Αλλάζουμε τους κανόνες, εφαρμόζουμε νέα τακτική, νέα πολιτική και η ελληνική αστυνομία αναλαμβάνει να κάνει ελέγχους πριν από την είσοδο της πόλης και στην Ηγουμενίτσα και στην Πάτρα.

Αυτό σημαίνει όμως πολλαπλάσιες δυνάμεις, περισσότερα μέτρα, στενή συνεργασία με το λιμενικό. Την πετύχαμε και γι’ αυτό και έχουμε και σημαντικά αποτελέσματα τόσο στην Ηγουμενίτσα όσο και στην Πάτρα.

Εδώ, όμως πρέπει να σημειώσω ότι ιδιαίτερα στην Ηγουμενίτσα έπαιξε πολύ θετικό ρόλο η ίδια η τοποθέτηση της δημοτικής αρχής, του κ. Δημάρχου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή, και ήταν ίσως ο μόνος δήμαρχος στη χώρα, ο οποίος είπε «ναι, θα φτιάξουμε Κέντρο Πρώτης Υποδοχής».

Και αυτομάτως δημιούργησε το κλίμα ότι «εδώ δεν αστειεύονται, δεν παίζουν», και αντιλήφθησαν αμέσως την αξία και τη χρησιμότητα ενός τέτοιου Κέντρου Πρώτης Υποδοχής Μεταναστών, δηλαδή εκεί που θα γίνεται καταγραφή και πιστοποίηση των μεταναστών.

Τα λέω αυτά γιατί; Γιατί η υπόθεση Σένγκεν, ναι μεν βρισκόμαστε σε διαρκή επιτήρηση για την εφαρμογή των συμφωνηθέντων και των υποχρεώσεών μας στα πλαίσια της συνθήκης, όμως δεν έχει κλείσει.

Παραμένει πάντα και ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος, είτε της αποβολής της χώρας μας, είτε ενός σταδιακού παγώματος της σχέσης Ελλάδας – Σένγκεν.

Και αυτό δεν είναι δύσκολο, από πλευράς πρακτικής. Είναι απόφαση κάποιων κρατών να πουν ότι «κύριοι, εμείς κάνουμε πλέον ελέγχους στα αεροδρόμια και στα λιμάνια μας σε όλους τους προερχόμενους από την Ελλάδα». Αυτό αυτομάτως σημαίνει ακύρωση της ίδιας της λειτουργίας του Σένγκεν.

Επομένως, πέρα από τα οικονομικά προβλήματα, τα οποία έχει η χώρα μας και πέρα από την επιτήρηση που ούτως ή άλλως βρίσκεται η ελληνική οικονομία, εγώ θέλω να υπενθυμίσω σε όλους και κυρίως προς την ελληνική κοινωνία και τις υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις, ότι η χώρα μας βρίσκεται σε επιτήρηση και στον τομέα της ασφάλειας.

Αυτό μην το ξεχνάμε και μην το ξεχνάμε σε οποιαδήποτε δραστηριότητα αναπτύσσεται εντός της ελληνικής επικράτειας. Και επειδή ο τομέας της εσωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ πιο ευαίσθητος για τη ζωή των Ευρωπαίων πολιτών, σας διαβεβαιώ ότι η κριτική την οποία δέχεται η χώρα και η αγωνία και η ευαισθησία των κυβερνώντων στις άλλες χώρες είναι πολύ μεγάλη, θα έλεγα ίσως και μεγαλύτερη από την ευαισθησία όσον αφορά τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας μας.

Επομένως, σήμερα που βρισκόμαστε έτσι κι αλλιώς σε μια νέα εποχή, χρειαζόμαστε να έχουμε και ένα διαφορετικό πεδίο, όσον αφορά την προσέγγιση των θεμάτων ασφαλείας, με περισσότερη ευθύνη, με περισσότερη υπευθυνότητα.

 ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΒΙΑΣ

Και το λέω αυτό για να έρθω στο επόμενο σημείο της σημερινής συνέντευξης, γιατί έχω την αίσθηση ότι ακριβώς αυτή την εποχή, τη δύσκολη και ταραγμένη εποχή, σε αυτή την εποχή που χρειάζεται ο μέγιστος βαθμός υπευθυνότητας από όλους, ο μέγιστος βαθμός ατομικής και συλλογικής ευθύνης, δυστυχώς βασιλεύει η ανευθυνότητα.

Και αυτό είναι ένα θέμα το οποίο πρέπει να μας προβληματίσει, ως λαό, ως κοινωνία, ως πολιτικά κόμματα, ως Βουλή των Ελλήνων. Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος.

Ολοένα και περισσότερο εμφανίζονται εκδηλώσεις βίας, ατομικής και ομαδικής βίας στην κοινωνία. Έχω επανειλημμένα καταδικάσει κάθε μορφή βίας και κάθε μορφή αυθαιρεσίας και ιδιαίτερα κάθε μορφή αυθαιρεσίας που προέρχεται από τα σώματα ασφαλείας.

Αλλά θέλω να σταθώ στο θέμα της βίας. Δεν υπάρχει δεξιά και αριστερή βία, υπάρχει βία. Υπάρχει βία, η οποία στρέφεται ενάντια στα δημοκρατικά δικαιώματα, στις ατομικές ελευθερίες των πολιτών, ενάντια στο κοινωνικό σύνολο, ενάντια στην προοπτική της κοινωνίας.

Δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος με βία. Και δεν μπορεί να λειτουργήσει το πολίτευμά μας με βία. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει και δε θα υπάρχει καμία ανοχή στη βία.

Θέλω να είμαι απολύτως σαφής σε αυτά. Όπως επίσης θέλω να είμαι απολύτως σαφής στην κεντρική επιλογή την οποία ακολουθούμε ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και ως κυβέρνηση, στο θέμα της ήπιας αστυνόμευσης για την παρακολούθηση και την εξέλιξη των κοινωνικών αγώνων και των κοινωνικών αντιδράσεων.

Εμείς πιστεύουμε και υλοποιούμε το Σύνταγμα, την έννομη τάξη της χώρας μας, σύμφωνα με την οποία ο κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα, να αντιδράσει, να διαδηλώσει, να ασκήσει κριτική, να εκφραστεί ελεύθερα. Και αυτό ισχύει σε όλη την πολιτική μας δραστηριότητα και στάση.

Δεν πιστεύουμε δε, ότι ένα κράτος γίνεται ισχυρό, όταν ασκεί με κάθε τρόπο και στην πρώτη ευκαιρία την κρατική βία. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και αυτή είναι η βαθιά μας πίστη, πολιτική και ιδεολογική πίστη, ακριβώς το αντίθετο.

Ότι ένα κράτος είναι ισχυρό, όταν η κρατική βία ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και μόνο για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Και αυτό υλοποιείται.

Ορισμένοι βέβαια το θεωρούν ως αδυναμία. Ορισμένοι βέβαια το θεωρούν και ασκούν έντονη κριτική. Καλοδεχούμενη η κριτική. Βεβαίως, για όλους και από όλους. Αλλά δεν μπορεί κανείς με την κριτική του απλά και μόνο να επιβεβαιώνει ότι η δική του αλήθεια είναι η αλήθεια η οποία ισχύει για τη δημοκρατία μας, για το σύνταγμά μας και για το πολίτευμά μας.

Γιατί τότε αυτή η προσπάθεια, όταν είναι επίμονη, όταν είναι ουσιαστική, όταν είναι μια κριτική η οποία γίνεται σε συνεχή βάση, χωρίς δεδομένα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα ιδεολογικά και πολιτικά πλαίσια μέσα στα οποία κινείται αυτή η κυβέρνηση και το σύνταγμα της χώρας μας, τότε είναι προσπάθεια άσκησης ιδεολογικής και πολιτικής τρομοκρατίας.

Και αυτό δεν ισχύει, ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτό από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, από το Μανόλη Όθωνα και εμένα προσωπικά, από τη θέση αυτή της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Δεν πιστέψαμε, δεν πιστεύουμε, δε θα πιστέψουμε στη λογική και στην αξία του αστυνομικού κράτους. Πιστεύουμε στην αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπου οι κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις μπορούν να ξεπερνιούνται μέσα από το δημοκρατικό διάλογο, μέσα από τις κοινοβουλευτικές και πολιτικές διαδικασίες.

Γι’ αυτό το λόγο σ’ αυτή την περίοδο, σ’ αυτήν την πραγματικά, επαναλαμβάνω, δύσκολη και ταραγμένη περίοδο, είναι ευθύνη όλων των πολιτικών κομμάτων – όλων των πολιτικών κομμάτων – όλων των οργανωμένων εκφράσεων της κοινωνίας, συνδικάτων, φορέων, των πάντων, αλλά και του κάθε πολίτη ξεχωριστά να συναισθανθεί τις ευθύνες του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και την προοπτική της χώρας.

Σήμερα, η χώρα περνάει την πιο δύσκολη περίοδο απ’ όσο θυμάμαι εγώ,  οπωσδήποτε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, αλλά η σύγχρονη ιστορία δεν έχει να επιδείξει ούτε να σημειώσει κάποια περίοδο που να έχει ούτε καν με τα ίδια χαρακτηριστικά.

Είναι μια συνολική κρίση η οποία αφορά τη χώρα μας. Αλλά είναι ενταγμένη μέσα σε μια συνολική ευρωπαϊκή κρίση και παγκόσμια, σε ορισμένες από τις διαστάσεις της, κρίση, ιδιαίτερα όσον αφορά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της γενικευμένης κρίσης η χώρα μας προσπαθεί να επιβιώσει, προσπαθεί να σωθεί και ταυτόχρονα να αλλάξει σελίδα, γυρνώντας σε μια νέα εποχή με νέα δεδομένα, με νέες προοπτικές, με υγιείς βάσεις.

Η περίοδος μιας ψεύτικης ευδαιμονίας για τον κάθε Έλληνα πολίτη έχει τελειώσει. Είναι η περίοδος που τα πάντα αποκαλύπτονται. Η ψεύτικη ευδαιμονία, την οποία πολλοί εξ ημών επιχειρούσαμε να κάνουμε πραγματική και αληθινή ευδαιμονία, απεδείχθη ότι είναι αδύνατη ως επιδίωξη.

Πρέπει λοιπόν να λειτουργήσουμε. Πρέπει να λειτουργήσουμε σε ένα πλαίσιο με υπευθυνότητα. Γι’ αυτό ανησυχώ για τις εκδηλώσεις βίας οι οποίες αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, οι τελευταίες εκδηλώσεις και τα τελευταία γεγονότα ήταν γεγονότα τα οποία απέδειξαν και κάτι άλλο, έδωσαν λαβή και δυνατότητα σε ορισμένες πολιτικές δυνάμεις να προσπαθήσουν να το ερμηνεύσουν κατά το δοκούν.

Έτσι, ξαφνικά εμφανίστηκαν ως γενικευμένη λαϊκή αντίδραση τα έκτροπα της Θεσσαλονίκης, γιατί περί εκτρόπων πρόκειται, όπου συναθροίστηκαν ταυτόχρονα, στο ίδιο σημείο, οι πολιτικές επιδιώξεις και η πολιτική δράση, ο πολιτικός ακτιβισμός ορισμένων πολιτικών οργανώσεων, μαζί με τη διαμαρτυρία των οπαδών του Ηρακλή για τον υποβιβασμό της ομάδας τους, μαζί με τη διαμαρτυρία των παραθρησκευτικών και των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων οι οποίες λειτουργούν κάτω από τη γενική ταμπέλα «Κίνημα ενάντια στην κάρτα του πολίτη» ή το «Κίνημα ενάντια στον αντίχριστο» και πάει λέγοντας.     

Αυτά όμως δεν είναι λαϊκή κατακραυγή για την πολιτική της κυβέρνησης ούτε είναι άθροισμα χιλιάδων λαού οι οποίοι έρχονται για να αντιδράσουν στην κυβερνητική πολιτική. Μη ξεχνάτε, δε, ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι κόμμα του σαλονιού. Το ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα του λαού. Οι βουλευτές μας είναι συνέχεια μέσα στον κόσμο. Μέσα από τα συνδικάτα και μέσα από τις κοινωνικές δυνάμεις βγήκαμε οι περισσότεροι από μας.

Εκλεγήκαμε μέσα από κοινωνικούς αγώνες και κοινωνικές διεργασίες και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό. Όπως είμαστε υπερήφανοι για τη σχέση που διατηρούμε με τις κοινωνικές δυνάμεις που σήμερα πλήττονται, διότι πλήττονται από μια πολιτική η οποία είναι η πολιτική η δικιά μας, μια υπεύθυνη πολιτική, μια πολιτική που ματώνει τη χώρα, αλλά μια πολιτική που σώζει τη χώρα. Δεν είναι η πολιτική της καταστροφής.

Γι’ αυτό το λόγο επιμένουμε να έχουμε επαφή με τον κόσμο, να ξέρουμε τι γίνεται, να ξέρουμε πού πάμε, να πονάμε, να μετράμε τις αντιδράσεις μας και να μετράμε και τη διαχείριση, τον τρόπο, και έτσι να λαμβάνουμε τα μέτρα για τη διαχείριση των κοινωνικών αγώνων.

Δεν είναι επιλογή μας η βία στην κοινωνία. Δεν είναι επιλογή μας η αντιπαλότητα και σε καμία περίπτωση δεν πιστεύει κανείς στην κυβέρνηση ότι οι επιλογές μας, οι μεταρρυθμιστικές επιλογές, οι επιλογές που είναι αναγκαίες για τη σημερινή πραγματικότητα θα πρέπει να εφαρμόζονται δια της Αστυνομίας ή δια του Λιμενικού Σώματος ή δια των Σωμάτων Ασφαλείας και με το ρόπαλο ή με το γκλοπ του αστυνομικού. Κανείς δεν το πιστεύει αυτό.

Φαίνεται όμως, ότι ορισμένα πολιτικά κόμματα, ορισμένοι άλλοι οι οποίοι αρθρώνουν δημόσιο λόγο, ορισμένοι άλλοι οι οποίοι από θέση ισχύος ή από την επαγγελματική τους δραστηριότητα, επηρεάζουν και διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, επιμένουν σ’ αυτό. Επιμένουν στην ανάγκη ενός αστυνομικού και αποτελεσματικού ή αποτελεσματικού δια της Αστυνομίας κράτους, για να είμαι και πιο σαφής. Ενός αποτελεσματικού κράτους το οποίο θα επιβάλλει την τάξη και το νόμο μέσα από τη σιδηρά πυγμή και την επιβολή των επιλογών της κυβέρνησης.

Η επιλογή, όμως, της κυβέρνησης είναι η δημοκρατική επιταγή, η συνταγματική επιταγή, αυτή που περικλείεται στο δημοκρατικό μας Σύνταγμα, η πειθώ. Δια της πειθούς η κυβέρνηση επιχειρεί να προχωρήσει, να υλοποιήσει τις πολιτικές της, όχι δια ροπάλου, και δεν θα είναι δια ροπάλου. Και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τουλάχιστον εγώ στη θέση αυτή εδώ η οποία θα επιτρέψει τη δημιουργία τέτοιου είδους επιλογών. Αν αρέσει. Αν δεν αρέσει, τι να κάνουμε;

Θα συνεχίσουμε να ακούμε την κριτική του καθένα, αλλά θα απαντάμε. Θα απαντάμε στην ανευθυνότητα και θα απαντάμε προβάλλοντας συνεχώς τις ευθύνες εκείνων οι οποίοι διαμορφώνουν την πολιτική και κοινωνική συνείδηση των πολιτών.