Προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2012

Προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2012

3
Προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2012

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ για το επόμενο έτος θα πρέπει να είναι ένα από τα κύρια εργαλεία που θα βοηθήσουν την ευρωπαϊκή οικονομία να ανακάμψει από την κρίση, δίνοντας έμφαση στην απασχόληση, την οικονομική διακυβέρνηση και την ανάπτυξη. Αυτά αναφέρουν οι ευρωβουλευτές στις συστάσεις τους προς την Επιτροπή, η οποία καταρτίζει το σχέδιο προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2012.

“Η σημερινή έκθεση είναι πάνω από όλα ένα στρατηγικό έγγραφο το οποίο εξετάζει το νέο ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός στο πλαίσιο της ευρύτερης οικονομικής διακυβέρνησης…Οι προϋπολογισμοί των κρατών μελών θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τους σημαντικούς στόχους του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Και οι σημαντικοί ευρωπαϊκοί στόχοι δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από αυτούς που έχει θεσπίσει η στρατηγική Ευρώπη 2020″, δήλωσε η εισηγήτρια Francesca Balzani (Σοσιαλιστές, Ιταλία), η οποία θα ηγηθεί των εργασιών του ΕΚ για τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους.

Οι ευρωβουλευτές τονίζουν ότι ο προϋπολογισμός για το 2012 θα πρέπει να επικεντρωθεί στην υλοποίηση των πέντε στόχων της στρατηγικής “Ευρώπη 2020″: απασχόληση, καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή και ενέργεια, εκπαίδευση και κοινωνική ένταξη. Οι ευρωβουλευτές τάσσονται κατά οποιασδήποτε απόπειρας περικοπής των πιστώσεων του προϋπολογισμού σε εκείνους τους τομείς που συνδέονται με την υλοποίηση των πρωταρχικών στόχων της στρατηγικής “Ευρώπη 2020″.

Επιπλέον, οι ευρωβουλευτές υπογραμμίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο οφείλει να επιδιώξει, όπως προβλέπεται ήδη, τη βελτίωση του συντονισμού, της συνεκτικότητας και των συνεργειών μεταξύ ευρωπαϊκών και εθνικών δημοσίων επενδύσεων με σκοπό την ομαλότερη επίτευξη των ευρύτερων πολιτικών επιδιώξεων της ΕΕ.

Στήριξη των χωρών της Βορείου Αφρικής και επιπτώσεις στον προϋπολογισμό

Οι ευρωβουλευτές προειδοποιούν ότι τα αιτήματα του Συμβουλίου για υποχρηματοδότηση ορισμένων τμημάτων του προϋπολογισμού, ιδίως εκείνων για τη συνοχή, την ιθαγένεια και τις εξωτερικές υποθέσεις, θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο υπάρχουσες δράσεις και προγράμματα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις απρόβλεπτων γεγονότων, όπως τα πρόσφατα γεγονότα στις χώρες της Βορείου Αφρικής ή σε περιπτώσεις νέων πολιτικών προτεραιοτήτων. Οι ευρωβουλευτές πιστεύουν, ακόμη, ότι η ΕΕ έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παροχή βοήθειας και υποστήριξης στις αραβικές χώρες σε αυτό το ιστορικό σημείο της δημοκρατικής ανάπτυξης.

Χρειάζεται να προβλεφθούν αυξημένες πληρωμές

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι ένας προϋπολογισμός επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των έργων που εκτελούνται επί πολλά έτη, όπως είναι τα ερευνητικά έργα ή τα έργα υποδομής. Το 2012 είναι το έκτο έτος των τρεχουσών δημοσιονομικών προοπτικών (2007-2013) και τα έργα εκτελούνται με κανονικό ρυθμό. Αυτό συνεπάγεται αυξημένα επίπεδα πληρωμών, καθώς τα έργα συνεχίζονται. Για αυτόν ακριβώς το λόγο οι ευρωβουλευτές πιστεύουν ότι “μια αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα του προϋπολογισμού του 2011 μπορεί να προβλεφθεί”. Ο Επίτροπος, αρμόδιος για τον προϋπολογισμό, Janusz Lewandowski, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι αναμένει και αυτός αύξηση των πληρωμών το 2012 κατά 6 με 7 δισεκατομμύρια ευρώ, σε σύγκριση με το τρέχον έτος.

Οι πληρωμές (τα ποσά που εκταμιεύονται) αποτελούν άμεση συνέπεια των αναλήψεων υποχρεώσεων (ότι έχει υποσχεθεί και θα πληρωθεί στο μέλλον) και συχνά εμφανίζονται με καθυστέρηση σε σχέση με τις αναλήψεις υποχρεώσεων. Δεδομένου ότι όλες οι νομικές δεσμεύσεις πρέπει να εκπληρώνονται, οι πιο σημαντικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται όταν αναλαμβάνονται οι υποχρεώσεις. Οι ευρωβουλευτές βασίζονται, κατά παράδοση, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως τον αρμόδιο φορέα για τον υπολογισμό του επιπέδου των πληρωμών, ενώ συμμετέχουν εις βάθος στη συζήτηση σχετικά με τις αναλήψεις υποχρεώσεων.

Το ψήφισμα υιοθετήθηκε με ανάταση χειρός.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει την επίσημη πρότασή της για τον προϋπολογισμό του 2012, στις 20 Απριλίου. Ο προϋπολογισμός του Κοινοβουλίου και των άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, εκτός αυτού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξετάστηκε σε χωριστή έκθεση, με εισηγητή τον José Manuel Fernandes (ΕΛΚ, Πορτογαλία) η οποία εγκρίθηκε στις 9 Μαρτίου..